Μεγάλη κλινική δοκιμή εξέτασε αν οι αξονικές τομογραφίες που ανιχνεύουν ασβέστιο στις στεφανιαίες αρτηρίες μπορούν να βοηθήσουν τους γιατρούς να αποφασίζουν ποιοι χρειάζεται να πάρουν στατίνες για την πρόληψη εμφράγματος και εγκεφαλικού. Οι ερευνητές κατέγραψαν ίδιο ποσοστό σοβαρών καρδιαγγειακών συμβάντων με εκείνο της παραδοσιακής εκτίμησης κινδύνου, παρότι οι εξετάσεις οδήγησαν σε πολύ λιγότερες συστάσεις για έναρξη θεραπείας.
Τα ευρήματα, που παρουσιάστηκαν σε συνεδρία Hot Line στο ESC Congress 2026, ανέδειξαν επίσης διαφορά στη συνέπεια λήψης της αγωγής: οι ασθενείς στους οποίους συστήθηκαν στατίνες βάσει της συσσώρευσης ασβεστίου στις στεφανιαίες αρτηρίες ακολουθούσαν συχνότερα τη θεραπεία.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι καρδιακές απεικονίσεις ενδέχεται να βοηθήσουν σε πιο στοχευμένες αποφάσεις, όμως η δοκιμή δεν απέδειξε ότι αυτή η προσέγγιση είναι εξίσου αποτελεσματική με τη συμβατική αξιολόγηση κινδύνου. Χρειάζονται περισσότερες μελέτες για να διαπιστωθεί αν αποτελεί καλύτερη στρατηγική πρόληψης της καρδιαγγειακής νόσου.
Γιατί είναι δύσκολη η πρόβλεψη του καρδιαγγειακού κινδύνου
Τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν την κυριότερη αιτία ασθένειας και θανάτου παγκοσμίως. Μεγάλο μέρος της επιβάρυνσης οφείλεται στην αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο (ASCVD), η οποία αναπτύσσεται όταν λιπώδεις εναποθέσεις, γνωστές ως πλάκες, συσσωρεύονται στο εσωτερικό των αρτηριών, περιορίζοντας τη ροή του αίματος και αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού. Η στεφανιαία νόσος και το ισχαιμικό εγκεφαλικό είναι δύο βασικές μορφές της.
Παράγοντες όπως το κάπνισμα, ο διαβήτης, η υψηλή αρτηριακή πίεση και η αυξημένη χοληστερόλη αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης ASCVD. Οι γιατροί αξιοποιούν αυτές τις πληροφορίες για να εκτιμήσουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο και να αποφασίσουν αν ενδείκνυνται προληπτικά φάρμακα.
Οι στατίνες είναι από τις ευρύτερα χρησιμοποιούμενες θεραπείες για τη μείωση του κινδύνου. Μειώνουν τη χοληστερόλη, ιδίως τη λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL), που συχνά αποκαλείται «κακή» χοληστερόλη, και συμβάλλουν στη μείωση της πιθανότητας σοβαρών καρδιαγγειακών επιπλοκών.
Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι ασθενείς που θα ωφεληθούν περισσότερο. Ορισμένοι άνθρωποι που τελικά παθαίνουν έμφραγμα δεν εμφανίζονται ως ιδιαίτερα υψηλού κινδύνου στις συμβατικές μεθόδους ελέγχου.
«Για πάρα πολλούς ασθενείς, το πρώτο σύμπτωμα της ASCVD είναι ένα έμφραγμα», δήλωσε ο δρ Joseph B Muhlestein από το Intermountain Medical Center, στο Murray των ΗΠΑ, κύριος ερευνητής της δοκιμής CorCal Outcomes. «Έχει αποδειχθεί ότι οι στατίνες είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές στην πρόληψη της ASCVD· ωστόσο, υπάρχει σημαντικό κενό στην εκτίμηση του κινδύνου, στην έναρξη της θεραπείας με στατίνες και στη συνέχισή της».
Σύμφωνα με τον Muhlestein, πολλοί άνθρωποι που παθαίνουν το πρώτο τους έμφραγμα, ιδίως νεότεροι ενήλικες, δεν είχαν προηγουμένως ταξινομηθεί ως άτομα με αρκετά υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο ώστε να δικαιολογείται θεραπεία με στατίνη. Αυτός ο περιορισμός έχει οδηγήσει τους ερευνητές να εξετάσουν αν η άμεση απεικόνιση των αρτηριών μπορεί να προσφέρει χρησιμότερες πληροφορίες.
Μπορούν οι εξετάσεις ασβεστίου να βελτιώσουν τις αποφάσεις για τις στατίνες;
Η δοκιμή CorCal Outcomes συνέκρινε δύο τρόπους καθορισμού του ποιοι ασθενείς θα πρέπει να λάβουν σύσταση για έναρξη στατίνης, πριν εμφανίσουν καρδιαγγειακό συμβάν.
Η πρώτη προσέγγιση βασίστηκε στις εξισώσεις pooled cohort (PCE), ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο εργαλείο εκτίμησης κινδύνου που υπολογίζει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο με βάση παράγοντες όπως η ηλικία, τα επίπεδα χοληστερόλης, η αρτηριακή πίεση και το κάπνισμα.
Η δεύτερη μέτρησε το ασβέστιο στις στεφανιαίες αρτηρίες (CAC), το οποίο παρέχει πιο άμεση ένδειξη συσσώρευσης πλάκας στις αρτηρίες που τροφοδοτούν την καρδιά.
Η μέτρηση γίνεται με αξονική τομογραφία (CT), η οποία ανιχνεύει εναποθέσεις ασβεστίου στις στεφανιαίες αρτηρίες. Το ασβέστιο μπορεί να συσσωρευτεί μέσα στην αθηρωματική πλάκα και αποτελεί χρήσιμο δείκτη υποκείμενης στεφανιαίας νόσου, ακόμη και σε ανθρώπους χωρίς συμπτώματα.
Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς υπολογιστές κινδύνου, οι οποίοι εκτιμούν την πιθανότητα μελλοντικών καρδιαγγειακών προβλημάτων με βάση ατομικά χαρακτηριστικά και μετρήσεις υγείας, οι εξετάσεις ασβεστίου παρέχουν ένδειξη νόσου που ήδη υπάρχει στις στεφανιαίες αρτηρίες. Οι ερευνητές θέλησαν να διαπιστώσουν αν η χρήση αυτής της πληροφορίας για τις συστάσεις στατίνης θα μπορούσε να βελτιώσει την καρδιαγγειακή έκβαση.
Σχεδόν 5.800 ασθενείς συνέκριναν τις δύο μεθόδους
Στη δοκιμή συμμετείχαν 5.772 ασθενείς από τις περιοχές Canyons και Desert του Intermountain Health Care στις ΗΠΑ. Δεν είχαν γνωστό ιστορικό ASCVD ή διαβήτη και δεν είχαν λάβει προηγουμένως στατίνες. Η μέση ηλικία τους ήταν τα 64 έτη και οι γυναίκες αποτελούσαν το 51% του πληθυσμού της μελέτης.
Οι επιλέξιμοι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν τυχαία, σε αναλογία 1:1, σε μία από δύο ομάδες. Στην πρώτη, οι συστάσεις για στατίνες βασίστηκαν στις παραδοσιακές βαθμολογίες καρδιαγγειακού κινδύνου· στη δεύτερη, στα αποτελέσματα της μέτρησης ασβεστίου στις στεφανιαίες αρτηρίες.
Οι ασθενείς και οι γιατροί τους ενημερώθηκαν για τις συστάσεις που προέκυπταν από το πρωτόκολλο της μελέτης. Ωστόσο, η τελική απόφαση για την έναρξη στατίνης παρέμεινε στους ασθενείς και στους γιατρούς τους.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν τα σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάντα (MACE), στα οποία περιλαμβάνονταν θάνατος από οποιαδήποτε αιτία, έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό και αρτηριακή επαναγγείωση, δηλαδή επεμβάσεις για την αποκατάσταση της ροής του αίματος σε στενωμένες ή αποφραγμένες αρτηρίες.
Οι εξετάσεις οδήγησαν σε πολύ λιγότερες συστάσεις για στατίνες
Μετά από μέση παρακολούθηση 4,2 ετών, τα σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάντα καταγράφηκαν με ακριβώς το ίδιο παρατηρούμενο ποσοστό στις δύο ομάδες. Συνολικά, το 2,7% των ασθενών σε κάθε ομάδα εμφάνισε ένα από τα συμβάντα της κύριας έκβασης της μελέτης.
Ο εκτιμώμενος σχετικός κίνδυνος με την πάροδο του χρόνου ήταν επίσης σχεδόν ίδιος (λόγος κινδύνου 0,99· 95% διάστημα εμπιστοσύνης 0,71 έως 1,38· p=0,045 για μη κατωτερότητα).
Ωστόσο, αυτή η ομοιότητα δεν αποδεικνύει ότι οι δύο στρατηγικές ήταν εξίσου αποτελεσματικές. Η μελέτη δεν κάλυψε την προκαθορισμένη στατιστική προϋπόθεση για να τεκμηριωθεί ότι η προσέγγιση με την εξέταση ασβεστίου δεν ήταν ουσιαστικά χειρότερη από τη συμβατική εκτίμηση κινδύνου.
Σημαντική διαφορά καταγράφηκε στη συχνότητα με την οποία συστήθηκε στους ασθενείς να αρχίσουν στατίνες. Όσοι αξιολογήθηκαν με τις παραδοσιακές βαθμολογίες κινδύνου έλαβαν σύσταση για έναρξη θεραπείας με στατίνη περισσότερο από τρεις φορές συχνότερα από εκείνους των οποίων η αξιολόγηση βασίστηκε στις μετρήσεις ασβεστίου. Παρά τη διαφορά αυτή, οι δύο ομάδες είχαν το ίδιο παρατηρούμενο ποσοστό σοβαρών καρδιαγγειακών συμβάντων κατά την περίοδο παρακολούθησης.
Διαφορά στη συνέπεια λήψης της αγωγής
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορούσε το αν οι ασθενείς ακολουθούσαν τη θεραπεία που τους είχε συστηθεί. Όσοι έλαβαν σύσταση για στατίνες βάσει των εξετάσεων ασβεστίου ήταν πολύ πιθανότερο να τηρούν την αγωγή τους από όσους αξιολογήθηκαν με βάση τους παραδοσιακούς καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου. Η διαφορά ήταν σημαντική: 62% έναντι 23%.
Με άλλα λόγια, οι ασθενείς στους οποίους συστήθηκαν στατίνες με βάση την ορατή ένδειξη συσσώρευσης ασβεστίου στις αρτηρίες είχαν περίπου 2,7 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να ακολουθούν την αγωγή τους.
Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι η ορατή ένδειξη νόσου στις αρτηρίες τους ενισχύει το κίνητρο των ασθενών να λαμβάνουν προληπτική αγωγή. Ωστόσο, η δοκιμή δεν προσδιόρισε γιατί η συνέπεια στη λήψη διέφερε τόσο πολύ ανάμεσα στις δύο ομάδες.
Τα ευρήματα αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο οι εξετάσεις ασβεστίου να επηρεάζουν όχι μόνο το ποιοι λαμβάνουν σύσταση για στατίνες, αλλά και το αν παίρνουν σταθερά τα φάρμακα.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για την πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου
Οι ερευνητές υπογράμμισαν ότι η μελέτη δεν μπορεί να καθορίσει αν η καθοδήγηση της θεραπείας με βάση τις εξετάσεις ασβεστίου προσφέρει καρδιαγγειακή προστασία αντίστοιχη με εκείνη της παραδοσιακής εκτίμησης κινδύνου.
Ένας σημαντικός περιορισμός ήταν ότι λιγότεροι συμμετέχοντες εμφάνισαν σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάντα από όσους είχαν προβλέψει οι ερευνητές. Με λιγότερα συμβάντα προς ανάλυση, η στατιστική ισχύς της δοκιμής ήταν μικρότερη για να εντοπιστεί αν υπήρχε ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις.
«Η ισχύς της μελέτης να ανιχνεύσει διαφορά μειώθηκε επειδή τα συμβάντα ήταν λιγότερα από τα αναμενόμενα και δεν αποδείξαμε τη μη κατωτερότητα μεταξύ των ομάδων», δήλωσε ο δρ Muhlestein. Και κατέληξε: «Η μελέτη έδωσε σημαντικά στοιχεία που διαμορφώνουν υποθέσεις σχετικά με την αποδοτικότητα της έναρξης και της συνέπειας στη λήψη στατινών όταν οι αποφάσεις βασίζονται στη βαθμολόγηση CAC. Συνολικά, τα δεδομένα μας θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τον σχεδιασμό μιας επιπλέον, επαρκώς ισχυρής τυχαιοποιημένης δοκιμής που θα συγκρίνει το CAC με τους ισχύοντες αλγόριθμους που βασίζονται στους παράγοντες κινδύνου».
Τα ευρήματα μπορεί να βοηθήσουν στον σχεδιασμό μελλοντικών δοκιμών, ώστε να διαπιστωθεί αν οι εξετάσεις ασβεστίου στις στεφανιαίες αρτηρίες βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα της συνταγογράφησης στατινών χωρίς να μειώνουν την καρδιαγγειακή προστασία.
Οι ισχύουσες ευρωπαϊκές συστάσεις αναγνωρίζουν ήδη έναν πιθανό ρόλο για αυτές τις μετρήσεις. Η Focused Update του 2025 των κατευθυντήριων οδηγιών ESC/EAS του 2019 για τη διαχείριση των δυσλιπιδαιμιών συνιστά να εξετάζεται η αυξημένη βαθμολογία ασβεστίου στις στεφανιαίες αρτηρίες, όταν είναι διαθέσιμη, ως πρόσθετος παράγοντας στην εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου.
Η σύσταση αφορά ιδιαίτερα άτομα με μέτριο καρδιαγγειακό κίνδυνο ή άτομα των οποίων ο εκτιμώμενος κίνδυνος βρίσκεται κοντά στο όριο πέρα από το οποίο θα συστηνόταν συνήθως προληπτική αγωγή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ένδειξη συσσώρευσης ασβεστίου μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να λάβουν πιο ενημερωμένες αποφάσεις όταν δεν είναι σαφές αν χρειάζεται θεραπεία με στατίνη.
Τα ευρήματα της CorCal Outcomes προσθέτουν νέα στοιχεία στη συζήτηση, καθώς υποδεικνύουν ότι οι καρδιακές απεικονίσεις μπορεί να επηρεάζουν και τη συνέπεια στη θεραπεία. Το αν αυτό το πλεονέκτημα μεταφράζεται σε καλύτερη μακροπρόθεσμη καρδιαγγειακή έκβαση παραμένει σημαντικό ερώτημα για μελλοντική έρευνα.
Οι αποφάσεις για τη λήψη στατινών και την επιλογή εξετάσεων πρέπει να λαμβάνονται σε συνεννόηση με τον γιατρό.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/health/statines-pos-oi-exetaseis-asvestioy-stis-artiries-epireazoyn-tis-apofaseis-ton-giatron/28335





