Η long COVID δεν διαρκεί απαραίτητα για πάντα: νέα μελέτη δείχνει ότι οι μισοί ασθενείς εμφανίζουν σταθερή βελτίωση των συμπτωμάτων μέσα σε τρία χρόνια, ενώ σχεδόν το 27% φτάνει σε πλήρη ύφεση. Οι ειδικοί, ωστόσο, τονίζουν ότι η βελτίωση δεν ισοδυναμεί πάντα με πλήρη ανάρρωση και ότι χρειάζονται περισσότερες έρευνες για τις θεραπείες.
Τα βασικά ευρήματα
- Νέα έρευνα υποδηλώνει ότι οι μισοί ασθενείς με long COVID βλέπουν βελτίωση των συμπτωμάτων μέσα σε τρία χρόνια.
- Στην τριετία, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις παρουσίασαν πλήρη ύφεση των συμπτωμάτων.
- Χρειάζεται περισσότερη έρευνα για τις θεραπευτικές επιλογές.
Η COVID-19 μπορεί να προκαλέσει έντονη αδιαθεσία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σοβαρές επιπλοκές. Για κάποιους ανθρώπους, όμως, τα προβλήματα δεν τελειώνουν με την ανάρρωση από την αρχική λοίμωξη. Αναπτύσσουν long COVID, μια χρόνια κατάσταση που μπορεί να επηρεάσει σχεδόν κάθε όργανο του σώματος.
Ορισμένοι αντιμετωπίζουν εξουθενωτική κόπωση ή πόνο στις αρθρώσεις και στους μυς, ενώ άλλοι παρουσιάζουν αλλαγές στη γεύση και στην όσφρηση. Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες είναι ότι παραμένουν πολλά άγνωστα για την πάθηση, μεταξύ άλλων και το πόσο μπορεί να επιμένουν τα συμπτώματα.
Η νέα μελέτη προσφέρει ορισμένες απαντήσεις: υποδηλώνει ότι για τους περισσότερους ασθενείς η long COVID δεν διαρκεί για πάντα και σκιαγραφεί ένα πιθανό χρονοδιάγραμμα ανάρρωσης.
Τι έδειξε η μελέτη για την ανάρρωση από τη long COVID
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Annals of Internal Medicine και ανέλυσε δεδομένα από 1.019 άτομα της ομάδας RECOVER-Adult, μιας πανεθνικής μελέτης παρατήρησης στις ΗΠΑ που παρακολουθεί ανθρώπους με long COVID. Η παρακολούθηση των ασθενών και των συμπτωμάτων τους άρχισε 12 μήνες μετά την αρχική διάγνωση COVID-19.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το 36% των ασθενών είχε παρουσιάσει βελτίωση των συμπτωμάτων έως τους 24 μήνες μετά τη λοίμωξη. Στα τρία χρόνια, το 50% των συμμετεχόντων είχε σταθερή βελτίωση, ενώ το 56% εμφάνιζε σημαντική μείωση των συμπτωμάτων, μαζί με καλύτερη ποιότητα ζωής. Επιπλέον, στην τριετία σχεδόν το 27% είχε φτάσει σε πλήρη ύφεση, δηλαδή είχε αναρρώσει από τη long COVID.
Το χρονοδιάγραμμα, πάντως, δεν ήταν ίδιο για όλους: το είδος των συμπτωμάτων είχε σημασία. «Οι άνθρωποι των οποίων το κύριο πρόβλημα ήταν η απώλεια όσφρησης ή γεύσης τα πήγαν πολύ καλύτερα από εκείνους με συμπτώματα σε πολλά συστήματα του σώματος, από τους οποίους βελτιώθηκαν λιγότεροι από ένας στους πέντε», λέει ο Amesh A. Adalja, γιατρός με ειδίκευση στα λοιμώδη νοσήματα και ανώτερος ερευνητής στο Johns Hopkins Center for Health Security.
«Αυτά τα ευρήματα υπογραμμίζουν τόσο τη δυνατότητα φυσικής ανάρρωσης όσο και την επείγουσα ανάγκη για δοκιμές θεραπευτικών παρεμβάσεων με ομάδα ελέγχου που λαμβάνει εικονικό φάρμακο», έγραψαν οι ερευνητές.
Συνολικά, «τα ευρήματα είναι πολύ ενθαρρυντικά και προσφέρουν μια ιδιαίτερα αναγκαία αχτίδα ελπίδας στους ασθενείς που ζουν με long COVID», λέει η Eve Bowers, γιατρός και επίκουρη καθηγήτρια κλινικής ιατρικής στο Vanderbilt University Center. «Ενισχύουν την άποψη ότι η ανάρρωση είναι εφικτή, ακόμη και όταν τα συμπτώματα επιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα».
Ωστόσο, επισημαίνει ότι η ερμηνεία τους χρειάζεται προσοχή. «Πρέπει να προσέχουμε να μην εξισώνουμε τη βελτίωση με την πλήρη ανάρρωση. Πολλοί ασθενείς συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σημαντικά συμπτώματα και λειτουργικούς περιορισμούς χρόνια μετά την αρχική λοίμωξη».
Η Bowers αναφέρει ότι έχει δει ασθενείς που, ακόμη και πέντε χρόνια αργότερα, αντιμετωπίζουν εξουθενωτική κόπωση, γνωστική δυσλειτουργία, δυσανεξία στην άσκηση και παθήσεις του αυτόνομου νευρικού συστήματος, όπως το σύνδρομο ορθοστατικής ταχυκαρδίας (POTS). Πρόκειται για μια χρόνια διαταραχή του αυτόνομου νευρικού συστήματος, που χαρακτηρίζεται από ταχεία αύξηση των καρδιακών παλμών όταν κάποιος σηκώνεται όρθιος από ξαπλωτή ή καθιστή θέση. «Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να επηρεάζουν την ικανότητά τους να εργάζονται, να φροντίζουν τις οικογένειές τους ή να πραγματοποιούν καθημερινές δραστηριότητες», εξηγεί.
Σε γενικές γραμμές, πάντως, τα ευρήματα συμβαδίζουν με όσα παρατηρούν οι γιατροί στους ασθενείς. «Στην εμπειρία μου, πράγματι βλέπουμε σταδιακή βελτίωση των συμπτωμάτων με την πάροδο του χρόνου», λέει η Jennifer Abeles, γιατρός οστεοπαθητικής ιατρικής, ερευνήτρια της long COVID και κλινική επίκουρη καθηγήτρια ιατρικής στη Jacobs School of Medicine and Biomedical Sciences του University at Buffalo.
Πώς αντιμετωπίζεται σήμερα η long COVID και τι γνωρίζουμε για την ταχύτερη ανάρρωση
Υπάρχουν διάφορες επιλογές για τους ασθενείς με long COVID, αλλά όχι ένα ενιαίο πρωτόκολλο που να αντιμετωπίζει τα πάντα ταυτόχρονα. Ο Adalja εξηγεί ότι οι γιατροί συχνά «στοχεύουν στα συμπτώματα που διαταράσσουν περισσότερο την καθημερινότητα», προσπαθώντας να βοηθήσουν τους ασθενείς να αισθανθούν καλύτερα.
Ανάλογα με τη μορφή της long COVID, αυτό μπορεί να περιλαμβάνει προσαρμογή του ρυθμού των δραστηριοτήτων στις αντοχές του ασθενούς, εκπαίδευση της όσφρησης και έμφαση στον καλό ύπνο. Σύμφωνα με τον ίδιο, είναι επίσης σημαντικό να γίνεται αξιολόγηση για παθήσεις όπως το POTS.
Δεν έχει αποδειχθεί ότι κάποια παρέμβαση επιταχύνει την ανάρρωση όταν έχει ήδη εκδηλωθεί long COVID. «Η πιο διεξοδικά δοκιμασμένη υποψήφια θεραπεία απέτυχε: σε μια μεγάλη δοκιμή, η λήψη Paxlovid για 15 ή 25 ημέρες δεν είχε καλύτερο αποτέλεσμα από το εικονικό φάρμακο», επισημαίνει. Το Paxlovid είναι αντιιικό φάρμακο εγκεκριμένο για τη θεραπεία της λοίμωξης COVID-19.
Ορισμένοι γιατροί συνταγογραφούν χαμηλές δόσεις ναλτρεξόνης, ενός ανταγωνιστή των υποδοχέων οπιοειδών, εκτός εγκεκριμένων ενδείξεων για τη long COVID. «Μικρές μελέτες χωρίς ομάδες εικονικού φαρμάκου υποδηλώνουν ότι μπορεί να βοηθά στην κόπωση, στον ύπνο και στην εγκεφαλική ομίχλη, αλλά τα στοιχεία είναι αδύναμα», λέει ο Adalja. Προσθέτει, ωστόσο, ότι είναι «εύλογο» να συζητήσει κανείς με τον γιατρό του αυτή την πιθανότητα αντιμετώπισης των συμπτωμάτων.
Σύμφωνα με την Abeles, πολλοί ασθενείς μπορούν να ωφεληθούν από τη φυσικοθεραπεία και την εργοθεραπεία. Σε πολλές περιπτώσεις, το ζητούμενο είναι η ήπια κίνηση και η σταδιακή πρόοδος. «Οι θεραπείες για τη long COVID δεν είναι ίδιες με τη θεραπεία που παρέχεται για άλλες ασθένειες. Είναι σημαντικό η θεραπεία να προχωρά με ρυθμό ανάλογο με όσα μπορεί να ανεχθεί ο ασθενής. Η πίεση σε έναν ασθενή με long COVID είναι πιθανό να επιδεινώσει πολύ τα συμπτώματα και τη νόσο του και να τον πάει πίσω».
Χρειάζεται επίσης προσοχή απέναντι σε υποσχέσεις για γρήγορες λύσεις. «Να είστε επιφυλακτικοί απέναντι σε ακριβά “πρωτόκολλα” συμπληρωμάτων», προειδοποιεί ο Adalja. «Πολλοί άνθρωποι βελτιώνονται από μόνοι τους, κάτι που κάνει άχρηστες θεραπείες να φαίνονται αποτελεσματικές». Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο χρειάζονται περισσότερες δοκιμές με εικονικό φάρμακο: ώστε να ξεχωρίσουν οι παρεμβάσεις που πράγματι επιταχύνουν την ανάρρωση από τη φυσική βελτίωση με τον χρόνο.
Μπορεί κάποιος να εμφανίσει long COVID δύο φορές;
Η απάντηση παραμένει ασαφής. «Βρίσκονται σε εξέλιξη έρευνες για την επίδραση των επαναλοιμώξεων στον κίνδυνο long COVID», λέει ο Harrison T. Reeder, διδάκτωρ, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, διδάσκων στην έρευνα στο MGH Biostatistics και διδάσκων ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Harvard. «Αποτελεί μεγάλη ανησυχία το ενδεχόμενο οι επαναλοιμώξεις να επιδεινώνουν τη long COVID ή οι συσσωρευμένες επαναλοιμώξεις να αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισής της». Όπως σημειώνει, οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη την απάντηση.
Ο Adalja συμφωνεί ότι προς το παρόν δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποδηλώνουν πως όσοι έχουν ήδη long COVID είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε αυτήν μετά από νέα λοίμωξη. Προσθέτει, ωστόσο, ότι είναι «πιθανό» κάποιοι άνθρωποι να είναι πιο ευάλωτοι σε αυτή την επιπλοκή από άλλους.
Η Abeles αναφέρει ότι έχει δει ασθενείς με «επανεμφάνιση» των συμπτωμάτων μετά από επαναλοίμωξη, «μερικές φορές στην ίδια ένταση και μερικές φορές πολύ χειρότερα».
Πώς μπορεί να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης long COVID
Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC), ορισμένες ομάδες διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης long COVID. Σε αυτές περιλαμβάνονται:
- Οι γυναίκες.
- Τα άτομα ισπανόφωνης και λατινοαμερικανικής καταγωγής.
- Όσοι πέρασαν βαρύτερη COVID-19, ιδιαίτερα όσοι νοσηλεύτηκαν ή χρειάστηκαν εντατική φροντίδα.
- Τα άτομα με υποκείμενα προβλήματα υγείας.
- Όσοι δεν εμβολιάστηκαν κατά της COVID-19.
Για όσους έχουν ήδη εμφανίσει long COVID, ο εμβολιασμός μπορεί να είναι ακόμη πιο σημαντικός.
«Οι άνθρωποι με long COVID θα πρέπει να περιορίζουν τη βαρύτητα μελλοντικών επεισοδίων COVID-19 και η επικαιροποίηση του εμβολιασμού είναι ένας τρόπος να μειωθεί αυτός ο κίνδυνος», λέει ο Adalja. Η Bowers συμφωνεί: «Η πρόληψη παραμένει ιδιαίτερα σημαντική για όσους αντιμετωπίζουν ήδη τις συνέπειες μιας προηγούμενης λοίμωξης».
Σε περίπτωση νέας νόσησης από COVID-19, και εφόσον υπάρχουν παράγοντες αυξημένου κινδύνου σοβαρής νόσου, η λήψη Paxlovid μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της πιθανότητας long COVID, σύμφωνα με νέα έρευνα. Οι προσδοκίες, όμως, πρέπει να είναι ρεαλιστικές. «Τα δεδομένα για τη long COVID προέρχονται από μελέτες παρατήρησης και το όφελος είναι μέτριο, επομένως δεν αποτελεί εγγύηση», λέει ο Adalja.
Η μετφορμίνη, φάρμακο που χρησιμοποιείται συνήθως για τον διαβήτη τύπου 2, αποτελεί άλλη μία επιλογή προς εξέταση σε περίπτωση νέας λοίμωξης. Έρευνα υποδηλώνει ότι αγωγή δύο εβδομάδων μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης long COVID. Οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμη εξετάσει αν λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο σε ανθρώπους που έχουν ήδη long COVID, αλλά ο Adalja θεωρεί «λογικό» να εξεταστεί και αυτή η επιλογή.
Ο Reeder τονίζει την ανάγκη περισσότερης έρευνας για θεραπείες που θα επιταχύνουν την ανάρρωση. «Παρότι πολλοί άνθρωποι βλέπουν τα συμπτώματά τους να βελτιώνονται με τον χρόνο, υπάρχουν επίσης πολλοί των οποίων τα συμπτώματα long COVID επιμένουν για χρόνια», λέει.
Οι αποφάσεις για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και τη χρήση φαρμάκων ή άλλων θεραπειών πρέπει να λαμβάνονται μαζί με τον γιατρό σας.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/health/long-covid-nea-meleti-dinei-elpida-gia-veltiosi-ton-symptomaton-mesa-se-tria-chronia/28217





