Ροή ειδήσεων
ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
© 2026 ygeiax.gr

Αναζήτηση

Πατήστε Enter ή κάντε κλικ στο εικονίδιο αναζήτησης

ΥΓΕΙΑ

Έλλειψη σιδήρου: Αλλάζουν τα όρια της φερριτίνης με νέες οδηγίες

Η Αμερικανική Αιματολογική Εταιρεία εκτιμά ότι έως και το 70% των περιστατικών σε ομάδες υψηλού κινδύνου μπορεί να μένει αδιάγνωστο, καθώς τα εργαστηριακά όρια διαφέρουν

Έλλειψη σιδήρου: Αλλάζουν τα όρια της φερριτίνης με νέες οδηγίες
Έλλειψη σιδήρου: Αλλάζουν τα όρια της φερριτίνης με νέες οδηγίες

Έως και το 70% των περιστατικών σε ομάδες υψηλού κινδύνου ενδέχεται να μην εντοπίζεται. Για να διευκολυνθεί η έγκαιρη διάγνωση, αυξάνονται τα όρια της φερριτίνης.

Οι νέες κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής Αιματολογικής Εταιρείας εισάγουν διαφορετικά δεδομένα στη διάγνωση της έλλειψης σιδήρου. Προτείνουν υψηλότερα όρια φερριτίνης, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα περιπτώσεις που ως τώρα δεν διαγιγνώσκονταν.

Τις νέες αλλαγές παρουσιάζουν ο Κωνσταντίνος Γιάννακας, Αιματολόγος, και ο Θάνος Δημόπουλος, Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» και τ. Πρύτανης του ΕΚΠΑ. Είναι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής του Νοσοκομείου Αλεξάνδρα, στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ.

Έλλειψη σιδήρου αντιμετωπίζουν 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο

Η έλλειψη σιδήρου αποτελεί τη συχνότερη διατροφική ανεπάρκεια παγκοσμίως. Υπολογίζεται ότι επηρεάζει περίπου έναν στους τρεις ανθρώπους: σχεδόν 2 δισεκατομμύρια άτομα στον κόσμο και 10 εκατομμύρια ενήλικες στις ΗΠΑ.

Αν και η πάθηση είναι συχνή και υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες, πολλοί άνθρωποι μπορεί να έχουν συμπτώματα επί μήνες ή ακόμη και χρόνια ώσπου να διαγνωστούν. Η ASH αναφέρει ότι έως και το 70% των περιπτώσεων σε ομάδες υψηλού κινδύνου δεν εντοπίζεται, καθώς ο έλεγχος είναι περιορισμένος και τα εργαστηριακά όρια αναφοράς διαφέρουν σημαντικά.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, η ASH εξέδωσε νέες, τεκμηριωμένες κλινικές οδηγίες (Blood Advances, 2026), με στόχο να αντιμετωπιστεί αυτό το κενό στη διάγνωση της έλλειψης σιδήρου. Αφορούν ενηλίκους, μικρά παιδιά, άτομα με έμμηνο ρύση, εγκύους και ασθενείς με φλεγμονή. Τη σημασία τους υπογράμμισε πρόσφατα και το JAMA (23 Οκτωβρίου 2026), τονίζοντας ότι επιδιώκεται να εναρμονιστούν τα όρια φερριτίνης και να περιοριστούν οι διαγνώσεις που χάνονται.

Έλλειψη σιδήρου και σιδηροπενική αναιμία: τι σημαίνουν;

Ο σίδηρος συμβάλλει στην παραγωγή αιμοσφαιρίνης, του μορίου στα ερυθρά αιμοσφαίρια που μεταφέρει οξυγόνο σε ολόκληρο το σώμα. Είναι επίσης σημαντικός για τον εγκέφαλο, το ανοσοποιητικό σύστημα, τους μυς, το δέρμα, τα μαλλιά και τα νύχια. Το μεγαλύτερο μέρος του αποθηκευμένου σιδήρου βρίσκεται στην πρωτεΐνη φερριτίνη, ενώ η συγκέντρωσή της στο αίμα δείχνει το μέγεθος των αποθεμάτων.

Η έλλειψη σιδήρου αναπτύσσεται προοδευτικά: όταν οι ανάγκες του οργανισμού υπερβαίνουν την πρόσληψη, μειώνονται πρώτα οι αποθήκες σιδήρου και η φερριτίνη, ενώ η αιμοσφαιρίνη διατηρείται σε φυσιολογικά επίπεδα. Έπειτα επηρεάζεται η παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων και, σε επόμενο στάδιο, εμφανίζεται σιδηροπενική αναιμία, με ερυθρά μικρά και ωχρά, δηλαδή μικροκυτταρικά και υπόχρωμα.

Παγκοσμίως, η σιδηροπενική αναιμία είναι η συχνότερη αιματολογική πάθηση. Χωρίς αντιμετώπιση, είναι δυνατόν να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές, ακόμη και απειλητικές για τη ζωή. Είναι σημαντικό ότι η έλλειψη σιδήρου μπορεί να προκαλεί συμπτώματα προτού εμφανιστεί αναιμία.

Ποιοι έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο και τι προκαλεί την έλλειψη σιδήρου

Η απώλεια αίματος αποτελεί την κυριότερη αιτία έλλειψης σιδήρου. Στις ομάδες με αυξημένο κίνδυνο περιλαμβάνονται:

  • Άτομα με έμμηνο ρύση, ιδιαίτερα όταν η περίοδος είναι βαριά ή παρατεταμένη, καθώς και έγκυοι και θηλάζουσες, εξαιτίας των αυξημένων αναγκών τους.
  • Βρέφη, μικρά παιδιά και έφηβοι, καθώς μεγαλώνουν γρήγορα.
  • Άνδρες και γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Σε αυτές τις ομάδες, συχνά ευθύνεται χρόνια, «σιωπηλή» απώλεια αίματος από το πεπτικό, για παράδειγμα λόγω έλκους, αιμορροΐδων ή όγκων· γι’ αυτό χρειάζεται πάντοτε έλεγχος του γαστρεντερικού.
  • Άτομα με προβλήματα απορρόφησης, όπως κοιλιοκάκη, φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, ατροφική γαστρίτιδα, λοίμωξη από Helicobacter pylori ή προηγούμενο βαριατρικό χειρουργείο.
  • Άτομα που ακολουθούν περιοριστικές δίαιτες ή πάσχουν από χρόνιες παθήσεις, όπως χρόνια νεφρική νόσο, καρδιακή ανεπάρκεια και ρευματολογικά νοσήματα.

Ποια συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν

Συχνά τα σημάδια είναι ήπια και δεν παραπέμπουν σε μία συγκεκριμένη πάθηση, κάτι που μπορεί να καθυστερήσει τη διάγνωση: κόπωση, μειωμένη ενέργεια, αδυναμία, ζάλη, δύσπνοια, γρήγορος καρδιακός ρυθμός, πονοκέφαλος, ωχρότητα και δυσκολία στη συγκέντρωση.

Ενδέχεται ακόμη να παρουσιαστεί σύνδρομο ανήσυχων ποδιών. Σε περιπτώσεις σοβαρής έλλειψης έχουν αναφερθεί πίκα — έντονη επιθυμία για πάγο ή μη βρώσιμες ουσίες —, γλωσσίτιδα, χειλίτιδα και κοιλονυχία, δηλαδή νύχια με όψη «κουταλιού».

Με ποιον τρόπο γίνεται η διάγνωση

Ο έλεγχος βασίζεται σε απλές εξετάσεις αίματος: γενική αίματος, σίδηρο ορού, ικανότητα δέσμευσης σιδήρου, κορεσμό τρανσφερρίνης, δικτυοερυθροκύτταρα, επίχρισμα περιφερικού αίματος και, κυρίως, φερριτίνη ορού, που αποτελεί τον καλύτερο έμμεσο δείκτη των συνολικών αποθεμάτων σιδήρου. Ωστόσο, η φερριτίνη είναι «πρωτεΐνη οξείας φάσης» και αυξάνεται όταν υπάρχουν φλεγμονή, λοίμωξη ή καρκίνος. Έτσι, σε αυτούς τους ασθενείς μια φυσιολογική ή υψηλή μέτρηση δεν αποκλείει την έλλειψη σιδήρου.

Έως τώρα δεν υπήρχε κοινά αποδεκτό όριο για το πότε η φερριτίνη χαρακτηρίζεται χαμηλή. Αρκετά εργαστήρια θεωρούσαν ως όριο την κατώτερη φυσιολογική τιμή, η οποία είχε υπολογιστεί σε πληθυσμούς που θεωρούνταν «υγιείς», αλλά περιλάμβαναν πολλά άτομα με λανθάνουσα έλλειψη σιδήρου. Κατά συνέπεια, τα όρια διαμορφώνονταν τεχνητά χαμηλά.

Οι αλλαγές που φέρνουν οι νέες οδηγίες της ASH

Η επιτροπή της ASH, στην οποία συμμετείχε και εκπρόσωπος ασθενών, εξέτασε συστηματικά τα διαθέσιμα στοιχεία χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία GRADE και διατύπωσε πέντε συστάσεις. Η βασική αλλαγή αφορά την αύξηση των ορίων φερριτίνης για τη διάγνωση σε όλους τους πληθυσμούς, είτε υπάρχει αναιμία είτε όχι:

  • Παιδιά από 9 μηνών έως 4 ετών: το προηγούμενο όριο ήταν ≤12 ng/mL, ενώ το νέο είναι ≤20 ng/mL.
  • Ενήλικες, άτομα με έμμηνο ρύση και έγκυοι: από το προηγούμενο όριο των ≤15 ng/mL, το νέο όριο διαμορφώνεται σε ≤30 ng/mL.
  • Άτομα που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως όσοι έχουν βαριά έμμηνο ρύση ή οι έγκυοι με αναιμία: νέο όριο ≤50 ng/mL.
  • Ενήλικες με φλεγμονή, όπως σε περίπτωση καρκίνου, ΙΦΝΕ ή λοίμωξης: νέο όριο φερριτίνης <100 ng/mL ή κορεσμός τρανσφερρίνης <20%.
  • Για τις εγκύους, η επιτροπή αναφέρει ρητά ότι το όριο των 15 ng/mL δεν πρέπει πλέον να χρησιμοποιείται.
  • Σε ασθενείς με φλεγμονή, προτείνεται να εξετάζονται μαζί η φερριτίνη και ο κορεσμός τρανσφερρίνης, με την προϋπόθεση ότι πληρούται τουλάχιστον ένα από τα δύο κριτήρια. Η μέτρηση του κορεσμού γίνεται ιδανικά έπειτα από νηστεία περίπου 5–9 ωρών και χωρίς προηγούμενη λήψη σκευασμάτων σιδήρου ή πολυβιταμινών.

Τα όρια αποτελούν οδηγό και δεν «απαιτούν» θεραπεία: δεν σημαίνουν ότι πρέπει αυτομάτως να χορηγηθεί σίδηρος. Η σχετική απόφαση εξαρτάται από την αιτία, την κλινική εικόνα και τη στάθμιση των πιθανών οφελών και κινδύνων.

Τα δεδομένα έχουν περιορισμούς: οι συστάσεις στηρίζονται σε στοιχεία χαμηλής ή πολύ χαμηλής βεβαιότητας, ενώ η επιτροπή επισημαίνει ότι υπάρχουν κενά στην έρευνα, μεταξύ άλλων ως προς τον προσυμπτωματικό έλεγχο των γυναικών.

Πώς αντιμετωπίζεται η σιδηροπενική αναιμία

Η αντιμετώπιση της σιδηροπενικής αναιμίας είναι αποτελεσματική και στηρίζεται σε δύο βασικές κατευθύνσεις:

Εντοπισμός και αντιμετώπιση της αιτίας: Η χορήγηση σιδήρου χωρίς να διερευνηθεί η αιτία αποτελεί κακή πρακτική. Ακόμη και όταν η αναιμία είναι ήπια, χρειάζεται αναζήτηση της πηγής απώλειας αίματος, αφού ενδέχεται να είναι το μοναδικό σημάδι ενός καρκίνου του πεπτικού που δεν έχει ακόμη εντοπιστεί.

Σίδηρος από το στόμα: Για τους περισσότερους ασθενείς αποτελεί την αρχική επιλογή, συχνά με λήψη μέρα παρά μέρα, ώστε να ενισχύεται η απορρόφηση και να περιορίζονται οι γαστρεντερικές ενοχλήσεις. Η βιταμίνη C συμβάλλει επίσης στην απορρόφηση. Η αγωγή διαρκεί περίπου έξι μήνες μετά την αποκατάσταση της αιμοσφαιρίνης, για να αναπληρωθούν τα αποθέματα σιδήρου.

Ενδοφλέβιος σίδηρος: Χρησιμοποιείται σε όσους δεν ανέχονται τον σίδηρο από το στόμα ή δεν ανταποκρίνονται σε αυτόν, σε περιπτώσεις συνεχιζόμενης σημαντικής απώλειας αίματος, αλλά και όταν χρειάζεται γρήγορη αναπλήρωση, όπως σε σοβαρή αναιμία, πριν από προγραμματισμένο χειρουργείο ή στο τρίτο τρίμηνο της κύησης.

Η βελτίωση συνήθως ξεκινά γρήγορα: Μέσα σε 1–2 εβδομάδες αναμένεται να αρχίσει να ανεβαίνει η αιμοσφαιρίνη, ενώ η διόρθωση της αναιμίας συνήθως επιτυγχάνεται σε περίπου δύο μήνες. Αν η ανταπόκριση δεν είναι επαρκής, διερευνώνται πιθανή συνεχιζόμενη αιμορραγία, δυσαπορρόφηση ή κάποιο υποκείμενο νόσημα. Η ASH έχει ανακοινώσει ότι νέες οδηγίες για τη θεραπεία της έλλειψης σιδήρου αναμένονται το 2027.

Τι χρειάζεται να γνωρίζουν οι ασθενείς για τα νέα όρια

Καθώς τα καινούργια όρια είναι υψηλότερα, κάποιοι που παλαιότερα θεωρούνταν ότι «δεν έχουν έλλειψη σιδήρου» ενδέχεται πλέον να καλύπτουν τα κριτήρια, ιδιαίτερα αν η φερριτίνη τους βρισκόταν κοντά στο προηγούμενο όριο. Άτομα υψηλού κινδύνου ή όσοι αντιμετωπίζουν επίμονη κόπωση και σχετικά συμπτώματα μπορούν να συζητήσουν με τον γιατρό τους αν χρειάζεται έλεγχος φερριτίνης με βάση τα νέα όρια.

Αντίθετα, δεν συνιστάται η λήψη σκευασμάτων σιδήρου χωρίς προηγούμενη ιατρική αξιολόγηση, καθώς ενδέχεται να καθυστερήσει η διάγνωση της υποκείμενης αιτίας.

Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/health/elleipsi-sidiroy-allazoyn-ta-oria-tis-ferritinis-me-nees-odigies/26258

BEST OF NETWORK

NETWORK