Οι φράσεις «Κανείς δεν θέλει να παίξει μαζί μου», «Όλοι με μισούν» και «Δεν με αγαπάει κανείς» ίσως ακούγονται υπερβολικές σε έναν ενήλικα. Για ένα παιδί, όμως, που μόλις διαφώνησε με τον καλύτερό του φίλο, ένιωσε αποκλεισμένο από μια παρέα ή δέχτηκε παρατήρηση από τους γονείς του, τα συναισθήματα εκείνης της στιγμής είναι αληθινά.
Συχνά, η πρώτη μας κίνηση είναι να προσπαθήσουμε να καθησυχάσουμε το παιδί: «Μα φυσικά και σε αγαπάμε!», «Δεν είναι αλήθεια αυτό που λες», «Μην κάνεις έτσι για κάτι τόσο μικρό». Οι προθέσεις μας μπορεί να είναι καλές, αλλά τέτοιες αντιδράσεις ενδέχεται να το κάνουν να πιστέψει ότι δεν αντιλαμβανόμαστε όσα περνά.
Επομένως, δεν χρειάζεται να βιαστούμε να του αποδείξουμε πως έχει άδικο. Ας προσπαθήσουμε πρώτα να καταλάβουμε τι θέλει να μας επικοινωνήσει.
Γιατί τα παιδιά καταφεύγουν σε απόλυτες εκφράσεις;
Ειδικά όταν είναι μικρότερα, τα παιδιά ακόμη μαθαίνουν να εντοπίζουν, να περιγράφουν και να διαχειρίζονται σύνθετα συναισθήματα. Αν αναστατωθούν πολύ από κάτι, μπορεί να δυσκολεύονται να δουν πέρα από το συναίσθημα που βιώνουν εκείνη τη στιγμή.
Μια διαφωνία με φίλο, για παράδειγμα, μπορεί να τους φανεί σαν να «κανείς δεν με θέλει». Αντίστοιχα, μια απαγόρευση από τους γονείς είναι πιθανό να μεταφραστεί στο μυαλό τους ως «δεν με αγαπάτε».
Τέτοιες γενικεύσεις παραπέμπουν σε αυτό που η ψυχολογία αποκαλεί ασπρόμαυρη σκέψη. Πρόκειται για την αντίληψη των γεγονότων με απόλυτους όρους, χωρίς να υπολογίζονται οι ενδιάμεσες αποχρώσεις.
Δεν σημαίνει ότι το παιδί επιχειρεί να μας χειριστεί ή ότι σκόπιμα παρουσιάζει την κατάσταση ως πιο δραματική. Συχνά, δεν διαθέτει ακόμη τα κατάλληλα μέσα για να περιγράψει με ακρίβεια αυτό που νιώθει.
Ακούστε πρώτα το συναίσθημα και έπειτα τα λόγια του παιδιού
Στο «Δεν με αγαπάει κανείς», μπορεί να θέλουμε να απαντήσουμε απαριθμώντας όσους το αγαπούν. Εκείνη τη στιγμή, όμως, ίσως να μην αναζητά επιχειρήματα αλλά να έχει ανάγκη να νιώσει ότι το καταλαβαίνουμε.
Αντί να διαψεύσουμε αμέσως όσα λέει, μπορούμε να δοκιμάσουμε να του απαντήσουμε:
- «Ακούγεται σαν να αισθάνεσαι πολύ μόνος αυτή τη στιγμή».
- «Πρέπει να σε στενοχώρησε πολύ αυτό που συνέβη».
- «Θέλεις να μου πεις τι σε έκανε να αισθανθείς έτσι;».
Έτσι δεν συμφωνούμε ότι πράγματι κανείς δεν το αγαπά. Δείχνουμε, ωστόσο, πως αναγνωρίζουμε ότι η στενοχώρια του είναι υπαρκτή.
Με τον όρο συναισθηματική επικύρωση εννοούμε την αποδοχή και την αναγνώριση των συναισθημάτων ενός άλλου ανθρώπου. Είναι σημαντική για την υποστηρικτική επικοινωνία και μπορεί να βοηθήσει το παιδί να νιώσει ότι έχει χώρο να μιλήσει ελεύθερα, ακόμη κι όταν οι σκέψεις του είναι δυσάρεστες ή δύσκολες.
Μην επιχειρείτε να λύσετε αμέσως κάθε πρόβλημα
Φανταστείτε ότι το παιδί γυρίζει από το σχολείο και σας λέει πως κανείς δεν θέλει να κάνει παρέα μαζί του.
Ίσως θελήσουμε να του πούμε ότι την επόμενη μέρα όλα θα είναι καλύτερα ή να προτείνουμε αμέσως να παίξει με ένα άλλο παιδί. Πριν περάσουμε στις λύσεις, όμως, είναι χρήσιμο να του αφήσουμε χρόνο να εκφραστεί.
Μπορούμε να αναρωτηθούμε τι ακριβώς έγινε, αν επρόκειτο για μια παρεξήγηση που συνέβη μία φορά ή για κάτι επαναλαμβανόμενο, πώς αντέδρασε το παιδί και ποιο σημείο το πλήγωσε περισσότερο.
Όσα μας πει μπορεί να δείξουν αν χρειάζεται απλώς παρηγοριά, βοήθεια για να αντιμετωπίσει μια σύγκρουση ή πιο ουσιαστική παρέμβαση, όπως στην περίπτωση συστηματικού αποκλεισμού ή εκφοβισμού.
Βοηθήστε το παιδί να ξεπεράσει τα «πάντα» και τα «ποτέ»
Όταν ηρεμήσει και καταλάβει ότι το έχουμε ακούσει, μπορούμε σιγά σιγά να το ενθαρρύνουμε να δει όσα έγιναν και από μια άλλη πλευρά.
Αν πει, για παράδειγμα, «Κανείς δεν θέλει να παίξει μαζί μου», μπορούμε να ρωτήσουμε: «Σήμερα ένιωσες ότι σε άφησαν απ’ έξω. Έχει συμβεί και άλλες φορές;» ή «Υπάρχει κάποιο παιδί με το οποίο περνάς όμορφα στο σχολείο;».
Δεν επιδιώκουμε να του δείξουμε ότι υπερβάλλει. Θέλουμε να το βοηθήσουμε να ξεχωρίσει ένα δυσάρεστο γεγονός από τη γενικότερη εικόνα της ζωής του.
Μπορούμε επίσης να αποτελέσουμε παράδειγμα, επιλέγοντας πιο συγκεκριμένες διατυπώσεις στην καθημερινή επικοινωνία μας. Για παράδειγμα, αντί να πούμε «Ποτέ δεν με ακούς», μπορούμε να πούμε «Σήμερα δυσκολευτήκαμε να συνεννοηθούμε». Έτσι, το παιδί αντιλαμβάνεται ότι ένα πρόβλημα δεν ορίζει απαραίτητα ολόκληρη τη σχέση ή την ημέρα μας.
Η αγάπη φαίνεται και στην καθημερινή συμπεριφορά
Όταν το παιδί αναρωτιέται αν το αγαπούν, δεν αρκούν μόνο οι διαβεβαιώσεις μας για να του απαντήσουμε. Η συμπεριφορά μας στην καθημερινότητα είναι εξίσου σημαντική.
Η συναισθηματική ασφάλεια του παιδιού ενισχύεται όταν του αφιερώνουμε χρόνο με πλήρη προσοχή, ενδιαφερόμαστε για όσα το απασχολούν και του προσφέρουμε τρυφερότητα και σταθερή παρουσία.
Το παιδί χρειάζεται επίσης να γνωρίζει πως η αγάπη μας δεν καθορίζεται από τη συμπεριφορά ή τις επιδόσεις του. Μπορούμε να διαφωνούμε, να βάζουμε όρια και να διορθώνουμε όσα κάνει, χωρίς να θέτουμε υπό αμφισβήτηση την αξία του ως ανθρώπου.
Για ένα παιδί που δυσκολεύεται να διακρίνει τη σύγκρουση από την απόρριψη, μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ακούσει: «Σε αγαπώ, ακόμη κι όταν είμαστε θυμωμένοι μεταξύ μας».
Πότε χρειάζεται να προσέξουμε περισσότερο;
Μια μεμονωμένη φράση όπως «Δεν με αγαπάει κανείς» δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη σοβαρού προβλήματος. Αν όμως το παιδί το λέει συχνά και παράλληλα εμφανίζει επίμονη θλίψη, απομακρύνεται κοινωνικά, αλλάζει ο ύπνος ή η όρεξή του, δεν θέλει να πάει στο σχολείο ή ασκεί έντονη αυτοκριτική, χρειάζεται να αναζητήσουμε τι συμβαίνει και να απευθυνθούμε σε ειδικό ψυχικής υγείας παιδιών.
Χρειάζεται να δίνουμε ιδιαίτερη βαρύτητα σε όσα λέει το παιδί για το ότι θέλει να εξαφανιστεί, να πεθάνει ή να κάνει κακό στον εαυτό του, ακόμη και αν τα εκφράζει σε στιγμή μεγάλης συναισθηματικής έντασης.
Πίσω από το «Δεν με αγαπάει κανείς» μπορεί, τελικά, να κρύβεται μια πιο απλή ανάγκη: «Είμαι στενοχωρημένος. Θέλω να με ακούσεις. Θέλω να ξέρω ότι είσαι εδώ για μένα».
Κάποιες φορές, το σημαντικότερο δεν είναι να σκεφτούμε αμέσως τι να πούμε, αλλά να είμαστε ουσιαστικά δίπλα στο παιδί.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/paidi-goneis/ti-apantame-otan-to-paidi-leei-den-me-agapaei-kaneis/28319





