Το έντερο έχει γίνει τα τελευταία χρόνια αντικείμενο εντατικής επιστημονικής μελέτης, πέρα από τη συμβολή του στην πέψη. Τα τρισεκατομμύρια μικροοργανισμών που ζουν σε αυτό, το εντερικό μικροβίωμα, φαίνεται να σχετίζονται με πολλές λειτουργίες του σώματος.
Μια νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, με τη συμμετοχή επιστημόνων από άλλα ιδρύματα, εξετάζει μια ακόμη πιθανότητα: ότι το έντερο μπορεί να δίνει ενδείξεις για πρώιμες μεταβολές που σχετίζονται με τη γνωστική έκπτωση.
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό MedComm και διερεύνησε αν τα εντερικά βακτήρια και ορισμένες χημικές ουσίες μπορούν να συμβάλουν στον εντοπισμό της ήπιας γνωστικής διαταραχής. Η κατάσταση αυτή επηρεάζει τη μνήμη και άλλες γνωστικές λειτουργίες, ενώ σε κάποιους ανθρώπους μπορεί να εμφανιστεί πριν από την άνοια.
Τι έδειξε η ανάλυση των επιστημόνων
Στο πλαίσιο της μελέτης εξετάστηκαν δείγματα κοπράνων από 35 ηλικιωμένους: 18 είχαν ήπια γνωστική διαταραχή, ενώ 17 δεν εμφάνιζαν γνωστική έκπτωση.
Στην πλειονότητά τους, οι συμμετέχοντες ήταν ζευγάρια που ζούσαν στο ίδιο σπίτι και στα οποία ο ένας σύντροφος είχε ήπια γνωστική διαταραχή, ενώ ο άλλος όχι. Έτσι, η ομάδα μπόρεσε να συγκρίνει άτομα με κοινές καθημερινές συνθήκες, μεταξύ άλλων και ως προς το περιβάλλον διαβίωσης. Χρησιμοποιώντας υπολογιστικές τεχνικές και τεχνητή νοημοσύνη, οι επιστήμονες αναζήτησαν διαφορές στη σύσταση του μικροβιώματος, αλλά και στις ουσίες που παράγονται ή εντοπίζονται στο έντερο.
Η σύγκριση αποκάλυψε ότι οι συμμετέχοντες με ήπια γνωστική διαταραχή διέφεραν από τους υπόλοιπους ως προς το προφίλ των εντερικών βακτηρίων και των μεταβολιτών τους.
Επιπλέον, οι επιστήμονες δοκίμασαν κάποιους βακτηριακούς δείκτες σε ανεξάρτητο δείγμα, το οποίο προερχόταν από παλαιότερη μελέτη. Και σε αυτή την περίπτωση, οι δείκτες επέτρεψαν να διαχωριστούν άτομα με ήπια γνωστική διαταραχή από εκείνα χωρίς τη διαταραχή.
Έντερο: Συνδέεται και με την πορεία της γνωστικής διαταραχής;
Η μελέτη εξέτασε και το ενδεχόμενο οι αρχικές διαφορές στο εντερικό μικροβίωμα να σχετίζονται με την πορεία της γνωστικής κατάστασης. Για έναν χρόνο οι ερευνητές παρακολούθησαν 17 άτομα με ήπια γνωστική διαταραχή και βρήκαν ότι η ταχύτερη επιδείνωση της μνήμης και της σκέψης συνδεόταν με αυξημένα επίπεδα του βακτηρίου Bilophila και ουσιών όπως η αργινίνη, καθώς και με μειωμένα επίπεδα του Coprococcus.
Τα αποτελέσματα αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι ο συνδυασμός βακτηρίων και μεταβολιτών θα μπορούσε στο μέλλον να δίνει στοιχεία τόσο για την ύπαρξη γνωστικής διαταραχής όσο και για την πιθανή εξέλιξή της.
Παρόλα αυτά, οι συσχετίσεις που εντοπίστηκαν δεν δείχνουν ότι τα συγκεκριμένα βακτήρια ευθύνονται για τη γνωστική έκπτωση.
Η επιστημονική έρευνα για τη σύνδεση εντέρου και εγκεφάλου
Η επικοινωνία ανάμεσα στον εγκέφαλο και το έντερο είναι ένα πεδίο που βρίσκεται ακόμη σε ανάπτυξη στην επιστημονική έρευνα.
Η επικοινωνία τους γίνεται με νευρικές, ανοσολογικές και μεταβολικές οδούς. Ταυτόχρονα, οι μικροοργανισμοί του εντέρου συμβάλλουν στην παραγωγή και στον μεταβολισμό ουσιών, οι οποίες είναι δυνατόν να επηρεάζουν διάφορες λειτουργίες του οργανισμού.
Ο καθηγητής Πολ Μόργκαν, που ηγήθηκε της έρευνας στο Πανεπιστήμιο του Κάρντιφ, θεωρεί ότι το έντερο μπορεί να προσφέρει ένα παράθυρο στις μεταβολές που εμφανίζονται στα πρώτα στάδια της γνωστικής έκπτωσης.
Ο καθηγητής Τζούλιαν Μαρκέζι του Imperial College του Λονδίνου σημειώνει, από την πλευρά του, ότι η εξέταση τόσο των βακτηρίων όσο και των χημικών ουσιών αποτυπώνει πιο ολοκληρωμένα τις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων με ήπια γνωστική διαταραχή.
Μπορεί μια απλή εξέταση να συμβάλει στην έγκαιρη διάγνωση;
Πρόκειται για μία από τις προοπτικές της έρευνας που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Κατά τους ερευνητές, ενδέχεται στο μέλλον να δημιουργηθούν μη επεμβατικές εξετάσεις, οι οποίες θα λειτουργούν συμπληρωματικά στις μεθόδους αξιολόγησης που χρησιμοποιούνται ήδη. Σε αυτή τη φάση, ωστόσο, δεν αποτελούν καθιερωμένο τρόπο διάγνωσης.
Το μικρό μέγεθος της μελέτης σημαίνει ότι τα αποτελέσματα χρειάζονται επιβεβαίωση σε μεγαλύτερους και πιο ποικιλόμορφους πληθυσμούς. Επίσης, θα πρέπει να εξεταστεί η επίδραση της διατροφής, του τρόπου ζωής, του περιβάλλοντος και της γενετικής προδιάθεσης στους δείκτες αυτούς.
Η ήπια γνωστική διαταραχή δεν είναι το ίδιο με την άνοια. Με την πάροδο του χρόνου, η κατάσταση κάποιων ανθρώπων επιδεινώνεται, όμως άλλοι παραμένουν σταθεροί ή παρουσιάζουν ακόμη και βελτίωση.
Άρα, μια μεταβολή στο εντερικό μικροβίωμα δεν αρκεί για να προβλέψουμε ότι κάποιος θα αναπτύξει άνοια.
Το κύριο συμπέρασμα της νέας μελέτης είναι ότι το έντερο ενδέχεται να περιέχει πληροφορίες που θα μπορούσαν μελλοντικά να βοηθήσουν τους επιστήμονες να εντοπίζουν νωρίτερα κάποιες γνωστικές αλλαγές και να παρακολουθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια την εξέλιξή τους.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/health/entero-ta-prota-simadia-mias-sovaris-pathisis-isos-kryvontai-ekei/26238




