Τις επιπτώσεις της μοναξιάς στην υγεία συχνά τις συσχετίζουμε με την τρίτη ηλικία, όμως η εικόνα δεν περιορίζεται απαραίτητα στους ηλικιωμένους.
Νέα έρευνα διαφοροποιεί εν μέρει αυτή την αντίληψη: οι νεότεροι και οι μεσήλικες που ζουν μόνοι μπορεί να υφίστανται μεγαλύτερη σχετική επιβάρυνση στην υγεία σε σχέση με ηλικιωμένους που έχουν τις ίδιες συνθήκες διαβίωσης.
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό International Journal of Epidemiology. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, όσοι δεν συγκατοικούσαν είχαν 22% μεγαλύτερο σχετικό κίνδυνο θανάτου από οποιαδήποτε αιτία στις ηλικίες 18 έως 64 ετών, σε σύγκριση με όσους έμεναν με άλλους. Για τα άτομα 65 ετών και άνω, η αύξηση ήταν 6%.
Τα αποτελέσματα δεν τεκμηριώνουν ότι η ζωή χωρίς συγκατοίκους οδηγεί από μόνη της σε πρόωρο θάνατο. Φωτίζουν, αντίθετα, πιθανούς ρόλους της σωματικής και ψυχικής υγείας, των καθημερινών συνηθειών, της δυνατότητας πρόσβασης σε περίθαλψη και της κοινωνικής υποστήριξης.
Περισσότεροι από 598.000 ενήλικες στην ανάλυση της μελέτης
Με επικεφαλής την Hyunjung Lee, επιστήμονα στην Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία (American Cancer Society), η ερευνητική ομάδα επεξεργάστηκε δεδομένα υγείας για πάνω από 598.000 ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από ομοσπονδιακές έρευνες υγείας και μητρώα θανάτων και αφορούσαν τα έτη 1998–2018.
Η ανάλυση εστίασε στη σχέση της διαβίωσης χωρίς συγκατοίκους με τη θνησιμότητα συνολικά, αλλά και με θανάτους από επιμέρους αιτίες. Στους υπολογισμούς συνεκτιμήθηκαν δημογραφικά δεδομένα, συνήθειες που αφορούν την υγεία και άλλοι παράγοντες.
Κύριο αποτέλεσμα ήταν ότι η σύνδεση ανάμεσα στη μοναχική διαβίωση και στη θνησιμότητα ήταν εντονότερη σε άτομα κάτω των 65 ετών.
Αυτό δεν υποδηλώνει πως οι νεότεροι έχουν μεγαλύτερο απόλυτο κίνδυνο θανάτου από τους ηλικιωμένους. Η διαφορά αφορά τη σύγκριση μέσα σε κάθε ηλικιακή κατηγορία: το σχετικό χάσμα ανάμεσα σε όσους ζούσαν μόνοι και σε όσους συγκατοικούσαν ήταν μεγαλύτερο στους νεότερους ενήλικες.
Αυτοκτονία, καρδιακά νοσήματα και διαβήτης: οι ισχυρότερες συσχετίσεις
Για τους ανθρώπους 18 έως 64 ετών που έμεναν μόνοι, καταγράφηκε από τη μελέτη αυξημένος σχετικός κίνδυνος θανάτου από ορισμένες αιτίες, σε σχέση με συνομηλίκους τους που κατοικούσαν μαζί με άλλους.
Οι διαφορές στον σχετικό κίνδυνο ανέρχονταν συγκεκριμένα σε:
- 58% για θάνατο από αυτοκτονία
- 41% για θάνατο από καρδιακή νόσο
- 34% για θάνατο από διαβήτη
- 27% για θάνατο από καρκίνο του παχέος εντέρου
- 27% για θάνατο από τραυματισμούς
- 23% για θάνατο από εγκεφαλικό επεισόδιο και άλλες αγγειακές παθήσεις του εγκεφάλου
- 17% για θάνατο από ατυχήματα
Στην ηλικιακή ομάδα των 65 ετών και άνω, η μεγαλύτερη σχετική συσχέτιση αφορούσε τον θάνατο από αυτοκτονία, με αύξηση 103%. Στη συνέχεια καταγράφηκαν η υπέρταση (28%), οι τραυματισμοί (16%) και οι καρδιακές παθήσεις (11%).
Οι αριθμοί περιγράφουν σχετικές μεταβολές του κινδύνου και όχι την πιθανότητα θανάτου για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Έτσι, η αύξηση κατά 58% στον σχετικό κίνδυνο θανάτου από αυτοκτονία δεν σημαίνει ότι θα πεθάνει από αυτή την αιτία το 58% των ανθρώπων που ζουν μόνοι.
Η ζωή χωρίς συγκατοίκους δεν συνεπάγεται από μόνη της μοναξιά
Χρειάζεται να ξεχωρίζουμε τη μοναχική διαβίωση από το αίσθημα της μοναξιάς. Ένα άτομο μπορεί να επιλέγει να μένει μόνο του και να διαθέτει:
- δραστήρια κοινωνική ζωή,
- στενές και ουσιαστικές προσωπικές σχέσεις και
- ισχυρό δίκτυο ανθρώπων που το υποστηρίζουν.
Από την άλλη, η συγκατοίκηση δεν αποκλείει το ενδεχόμενο κάποιος να αισθάνεται κοινωνικά απομονωμένος.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) ορίζει τη μοναξιά ως υποκειμενικό βίωμα ανεπαρκούς κοινωνικής σύνδεσης, ενώ η κοινωνική απομόνωση περιγράφει την αντικειμενική απουσία κοινωνικών επαφών και σχέσεων.
Η αμερικανική έρευνα επικεντρώθηκε στη συνθήκη κατοικίας, εξετάζοντας αν οι συμμετέχοντες έμεναν μόνοι ή μαζί με άλλα άτομα. Τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ότι όσοι ζουν μόνοι αισθάνονται όλοι μοναξιά.
Η καθηγήτρια Hyunjung Lee τονίζει ότι η επιλογή να ζει κάποιος μόνος δεν είναι απαραίτητα επιβλαβής ή ανεπιθύμητη. Όπως σημειώνει, η αυξημένη θνησιμότητα φαίνεται να αφορά κυρίως ανθρώπους με ήδη υπάρχοντα προβλήματα υγείας ή με περισσότερους παράγοντες κινδύνου.
Κάπνισμα, αλκοόλ και ελλιπής πρόληψη: πιθανοί λόγοι για τη διαφορά
Κατά τους ερευνητές, οι συνήθειες υγείας και άλλοι παράγοντες μπορούσαν να εξηγήσουν σημαντικό μέρος της σχέσης μεταξύ μοναχικής διαβίωσης και θνησιμότητας.
Ειδικότερα, οι παράγοντες που συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση αντιστοιχούσαν στατιστικά σε περίπου 57% της διαφοράς στη θνησιμότητα για τις ηλικίες 18 έως 64 ετών, ενώ για τους ενήλικες 65 ετών και άνω το ποσοστό έφτανε το 85%.
Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι ορισμένες ομάδες ανθρώπων που ζουν μόνοι, κυρίως άνδρες και άτομα μέσης ηλικίας, ήταν πιθανότερο να καπνίζουν και να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ.
Παράλληλα, παλαιότερες μελέτες έχουν συσχετίσει τη ζωή χωρίς συγκατοίκους με λιγότερο ισορροπημένες διατροφικές συνήθειες και μικρότερη συμμετοχή σε προληπτικές εξετάσεις.
Οι παραπάνω συμπεριφορές δεν αφορούν, βέβαια, όλους τους ανθρώπους που ζουν μόνοι. Τα ευρήματα αναδεικνύουν, ωστόσο, ότι:
- η πρόληψη,
- η φροντίδα των χρόνιων παθήσεων και
- η δυνατότητα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας είναι σημαντικοί τομείς για παρεμβάσεις.
Ευρωπαϊκά δεδομένα για τη μοναξιά και την κοινωνική απομόνωση
Στην Ευρώπη, οι δεσμοί με άλλους ανθρώπους και η υγεία μελετώνται συστηματικά ως αλληλένδετα ζητήματα.
Το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Joint Research Centre – JRC) προσεγγίζει τη μοναξιά από τη σκοπιά της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής πολιτικής και τονίζει ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται στους ηλικιωμένους.
Η EU Loneliness Survey, η πρώτη έρευνα για τη μοναξιά σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, κατέγραψε το φαινόμενο σε διαφορετικές ηλικίες και κοινωνικές συνθήκες.
Τα δεδομένα από την Ευρώπη εξετάζουν τη μοναξιά και την κοινωνική σύνδεση, όχι ειδικά τη θνησιμότητα όσων ζουν μόνοι. Συμβάλλουν, όμως, στην ευρύτερη κατανόηση του ζητήματος και αναδεικνύουν ότι η κοινωνική υποστήριξη αποτελεί παράγοντα υγείας σε όλη την ενήλικη ζωή.
Περισσότερα τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά στην Ελλάδα
Το θέμα αφορά ιδιαίτερα και την Ελλάδα, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζουν χωρίς συγκατοίκους.
Τα επίσημα αποτελέσματα της Απογραφής Πληθυσμού–Κατοικιών 2021 της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν 1.401.443 νοικοκυριά ενός ατόμου, από 1.061.547 το 2011. Η μεταβολή αντιστοιχεί σε αύξηση 32% σε διάστημα δέκα ετών, δηλαδή περίπου ένα στα τρία ελληνικά νοικοκυριά έχει ένα μέλος.
Η αύξηση είναι μεγαλύτερη στην Αττική. Τα αναλυτικά δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ για την Περιφέρεια Αττικής δείχνουν ότι τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά έφτασαν τα 570.487 το 2021, από 416.608 το 2011, σημειώνοντας άνοδο 36,9%.
Οι αριθμοί αυτοί δεν τεκμηριώνουν ότι στην Ελλάδα όσοι ζουν μόνοι έχουν τον ίδιο αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας με εκείνον που καταγράφηκε στην αμερικανική μελέτη. Καταδεικνύουν, ωστόσο, ότι πρόκειται για μια μεγάλη και αυξανόμενη πληθυσμιακή ομάδα, της οποίας οι ανάγκες υγείας χρειάζονται καλύτερη κατανόηση.
Μέτρα για τον περιορισμό των κινδύνων για την υγεία
Κατά τους ερευνητές, οι παρεμβάσεις δεν έχουν στόχο να αλλάξουν το πού ή με ποιους ζει κάποιος. Θα πρέπει, αντίθετα, να εστιάζουν σε όσα μπορούν ουσιαστικά να επηρεάσουν την υγεία του.
Σημαντικές προτεραιότητες είναι η τακτική φροντίδα των χρόνιων παθήσεων και οι προληπτικοί έλεγχοι, όπως επίσης η διακοπή του καπνίσματος, η μείωση της επιβλαβούς χρήσης αλκοόλ και ο έγκαιρος εντοπισμός δυσκολιών ψυχικής υγείας.
Την ανάγκη αυτή υπογραμμίζει και η έκθεση της Επιτροπής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την Κοινωνική Σύνδεση, η οποία εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2025. Ο ΠΟΥ ζητά να αναγνωρίζεται η κοινωνική σύνδεση ως ουσιαστικό μέρος της υγείας και να υιοθετούνται πολιτικές που διευκολύνουν την υποστήριξη και συμβάλλουν στον περιορισμό της κοινωνικής απομόνωσης.
Για όσους ζουν μόνοι, οι σχετικές ενέργειες μπορεί να περιλαμβάνουν ευκολότερη πρόσβαση στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, συστηματική παρακολούθηση της υγείας και ευκαιρίες κοινωνικής συμμετοχής. Αυτό μπορεί να γίνει χωρίς στιγματισμό και χωρίς να θεωρείται προβληματική η επιλογή να ζει κανείς μόνος.
Το βασικό συμπέρασμα: άλλο η μοναχική διαβίωση και άλλο η μοναξιά
Δημοσιευμένη στις 27 Οκτωβρίου 2026 στο International Journal of Epidemiology, η πρωτότυπη μελέτη εντοπίζει σημαντική συσχέτιση της μοναχικής διαβίωσης με τη θνησιμότητα, κυρίως για άτομα ηλικίας 18 έως 64 ετών.
Τα ευρήματα, πάντως, δεν τεκμηριώνουν αιτιώδη σχέση. Επίσης, το αν κάποιος μένει με άλλους ή μόνος δεν αρκεί για να προβλεφθεί ο προσωπικός του κίνδυνος.
Το ουσιαστικό μήνυμα είναι διαφορετικό: η πρόληψη και η κοινωνική υποστήριξη αφορούν όλες τις ηλικίες και δεν πρέπει να συνδέονται μόνο με την τρίτη ηλικία.
Κάποιος μπορεί να ζει μόνος από επιλογή, να έχει ενεργή κοινωνική ζωή και να είναι υγιής. Σημασία έχει να μπορεί να φροντίζει τον εαυτό του, να εξυπηρετείται από τις υπηρεσίες υγείας και να βρίσκει υποστήριξη όταν τη χρειάζεται.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν περιορίζεται στον αριθμό των ανθρώπων που μοιράζονται μια κατοικία. Αφορά το κατά πόσο κάθε άνθρωπος νιώθει και είναι ασφαλής, συνδεδεμένος με άλλους και υποστηριζόμενος στην καθημερινή του ζωή.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/health/monaxia-pio-eyaloti-i-ygeia-oson-zoyn-monoi/27040




