Η χρήση αντιβιοτικών από την παιδική ηλικία έως την πρώιμη ενήλικη ζωή συνδέθηκε με αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου (IBS) στην ηλικία των 24 ετών. Οι πιθανότητες αυξάνονταν όσο περισσότερες συνταγές αντιβιοτικών είχαν λάβει οι συμμετέχοντες, σύμφωνα με νέα μελέτη που παρουσιάστηκε στην UEG Week 2026.
Το IBS είναι μια συχνή πεπτική διαταραχή που επηρεάζει περισσότερους από 60 εκατομμύρια ανθρώπους στην Ευρώπη και μπορεί να προκαλέσει κοιλιακό πόνο και αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου. Προηγούμενες έρευνες έχουν υποδείξει σύνδεση ανάμεσα στη χρήση αντιβιοτικών και το IBS, ωστόσο τα στοιχεία για το κατά πόσο η έκθεση στην παιδική ηλικία σχετίζεται με IBS στην ενήλικη ζωή παραμένουν ασυνεπή. Πολλές από τις υπάρχουσες μελέτες βασίζονται στην ανάκληση της παλαιότερης χρήσης αντιβιοτικών από τους συμμετέχοντες, ενώ λείπουν πληθυσμιακές μελέτες που να αξιοποιούν αντικειμενικά καταγεγραμμένα στοιχεία για την παιδική ηλικία.
Για να καλύψουν αυτό το κενό, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 2.853 συμμετέχοντες στην πληθυσμιακή σουηδική κοόρτη γεννήσεων BAMSE. Οι συνταγές αντιβιοτικών αντλήθηκαν από το Swedish Prescribed Drug Register, από το 2005, όταν οι συμμετέχοντες ήταν 9–11 ετών, έως και ένα έτος πριν από την αξιολόγηση για IBS, στην ηλικία των 24 ετών.
Οι ερευνητές εξέτασαν αν οι συμμετέχοντες είχαν λάβει αντιβιοτικά, τον συνολικό αριθμό συνταγών και τις κατηγορίες αντιβιοτικών που τους είχαν συνταγογραφηθεί.
Περισσότερες συνταγές, υψηλότερες πιθανότητες για IBS
Στην ηλικία των 24 ετών, IBS είχε το 10,0% των συμμετεχόντων· το 79,4% όσων είχαν IBS ήταν γυναίκες. Η χρήση αντιβιοτικών ήταν συχνότερη σε όσους είχαν IBS: το 87,8% είχε λάβει αντιβιοτικά κατά την περίοδο της μελέτης, έναντι 80,2% των συμμετεχόντων χωρίς IBS.
Αφού συνυπολογίστηκαν το φύλο και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας, όσοι είχαν λάβει αντιβιοτικά εμφάνιζαν 1,5 φορές υψηλότερες πιθανότητες για IBS (95% ΔΕ, 1,0–2,2) σε σύγκριση με όσους δεν είχαν λάβει.
Οι πιθανότητες για IBS αυξάνονταν σταδιακά ανάλογα με τον αριθμό των συνταγών αντιβιοτικών (P για τάση <0,001). Σε σύγκριση με όσους δεν είχαν λάβει αντιβιοτικά, οι συμμετέχοντες με μία ή δύο συνταγές είχαν 1,3 φορές υψηλότερες πιθανότητες για IBS (95% ΔΕ, 0,9–2,0). Για όσους είχαν λάβει τρεις έως πέντε συνταγές, οι πιθανότητες ήταν 1,6 φορές υψηλότερες (95% ΔΕ, 1,0–2,4), ενώ για έξι ή περισσότερες ήταν 1,7 φορές υψηλότερες (95% ΔΕ, 1,1–2,6).
Κατά την εξέταση των επιμέρους κατηγοριών αντιβιοτικών, οι τετρακυκλίνες και οι κεφαλοσπορίνες παρέμειναν σημαντικά συνδεδεμένες με υψηλότερες πιθανότητες για IBS, μετά την προσαρμογή για το φύλο και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της οικογένειας. Οποιαδήποτε χρήση τετρακυκλινών συνδέθηκε με 1,4 φορές υψηλότερες πιθανότητες (95% ΔΕ, 1,1–1,8), ενώ τρεις ή περισσότερες συνταγές κεφαλοσπορινών συνδέθηκαν με 6,0 φορές υψηλότερες πιθανότητες (95% ΔΕ, 1,9–18,8).
Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, δρ Jessica Sjölund, ανέφερε ότι η έρευνα αποτελεί σημαντικό βήμα για την κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στην έκθεση σε αντιβιοτικά και το IBS.
«Εξετάζοντας μια πληθυσμιακή ομάδα νεαρών ενηλίκων, με αντικειμενικά καταγεγραμμένη έκθεση σε αντιβιοτικά από την παιδική και την εφηβική ηλικία, μπορέσαμε να αντιμετωπίσουμε βασικούς περιορισμούς παλαιότερων ερευνών. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η εξάρτηση από την ανάκληση της χρήσης αντιβιοτικών και η χρήση εξειδικευμένων υπηρεσιών υγείας για τον εντοπισμό του IBS, που ενδέχεται να μην αποτυπώνουν όλο το φάσμα της πάθησης στον γενικό πληθυσμό».
«Τα ευρήματα ενισχύουν τα επιδημιολογικά στοιχεία για μια πιθανή σύνδεση ανάμεσα στην έκθεση σε αντιβιοτικά και το IBS και υποστηρίζουν την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα, χωρίς όμως να αποδεικνύουν σχέση αιτίου-αποτελέσματος».
Το εντερικό μικροβίωμα ως πιθανός μηχανισμός
Η μελέτη δεν διερεύνησε τους λόγους για τους οποίους η έκθεση σε αντιβιοτικά συνδέθηκε με το IBS. Μια πιθανή εξήγηση αφορά το εντερικό μικροβίωμα.
Η Sjölund εξήγησε: «Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι τα αντιβιοτικά μπορούν να μεταβάλουν το εντερικό μικροβίωμα, ενώ έρευνες παρατήρησης υποδεικνύουν ότι αυτές οι αλλαγές μπορεί να επιμένουν για αρκετά χρόνια και να είναι εντονότερες έπειτα από επαναλαμβανόμενες αγωγές. Καθώς οι μεταβολές στο εντερικό μικροβίωμα θεωρείται ότι παίζουν ρόλο στο IBS, αυτό θα μπορούσε να είναι ένας πιθανός μηχανισμός που εξηγεί τη σύνδεση που παρατηρήσαμε».
Μιλώντας για τα επόμενα βήματα της έρευνας, η Sjölund ανέφερε: «Μεγαλύτερες μελέτες μακράς διάρκειας, με επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση του IBS με την πάροδο του χρόνου, θα μπορούσαν να βοηθήσουν να διαπιστωθεί αν η έκθεση σε αντιβιοτικά προηγείται του IBS και αν παίζει ρόλο ο χρόνος έκθεσης ή το είδος του αντιβιοτικού.
«Η λεπτομερέστερη εξέταση των λοιμώξεων, άλλων προβλημάτων υγείας, καθώς και ψυχολογικών και οικογενειακών παραγόντων θα μπορούσε επίσης να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση του τι επηρεάζει αυτή τη σύνδεση. Παράλληλα, οι επαναλαμβανόμενες αξιολογήσεις του εντερικού μικροβιώματος θα μπορούσαν να προσφέρουν περισσότερες πληροφορίες για το αν εμπλέκονται μεταβολές του μικροβιώματος».
Απαραίτητη θεραπεία, προσεκτική συνταγογράφηση
Αναφερόμενη στις πρακτικές επιπτώσεις των ευρημάτων, η Sjölund τόνισε την ανάγκη να συνδυάζεται ο ουσιαστικός ρόλος των αντιβιοτικών με προσεκτική συνταγογράφηση.
«Τα αντιβιοτικά παραμένουν σημαντική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απαραίτητη θεραπεία για τις βακτηριακές λοιμώξεις. Τα ευρήματά μας δεν θα πρέπει να αποθαρρύνουν τη χρήση τους όταν χρειάζονται. Αντίθετα, αναδεικνύουν την πιθανότητα μακροπρόθεσμων επιδράσεων από την επαναλαμβανόμενη έκθεση και προσθέτουν έναν ακόμη λόγο για να αποφεύγεται η περιττή συνταγογράφησή τους».
Sjölund, J. και συν. «Χρήση αντιβιοτικών από την παιδική ηλικία και κίνδυνος για σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου στην ενήλικη ζωή: ευρήματα από προοπτική κοόρτη γεννήσεων».
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/health/antiviotika-stin-paidiki-ilikia-syndesi-me-ayximenes-pithanotites-gia-ibs-sta-24/24402



