Η περιορισμένη κατανάλωση ζάχαρης στην εγκυμοσύνη και στα πρώτα χρόνια ζωής ενδέχεται να συνδέεται με μειωμένη πιθανότητα καρδιαγγειακών προβλημάτων στην ενήλικη ζωή, σύμφωνα με νέα μελέτη. Ειδικότερα, όσοι μεγάλωσαν με λιγότερη ζάχαρη παρουσίασαν κατά 20% έως 30% μικρότερο κίνδυνο για έμφραγμα, καρδιακή ανεπάρκεια και άλλες καρδιαγγειακές παθήσεις.
Στην έρευνα εξετάστηκαν στοιχεία 63.433 ενηλίκων, με αφορμή την ιστορική εφαρμογή του δελτίου ζάχαρης στο Ηνωμένο Βασίλειο, που περιόριζε για χρόνια την κατανάλωσή της. Τα αποτελέσματα είναι παρατηρητικά και δεν τεκμηριώνουν σχέση αιτίου-αποτελέσματος, αναδεικνύουν όμως τον ρόλο της διατροφής στην αρχή της ζωής για την καρδιαγγειακή υγεία.
Σύμφωνα με νέα μελέτη, η διατροφή στην αρχή της ζωής μπορεί να έχει συνέπειες που διατηρούνται επί δεκαετίες. Παιδιά με περιορισμένη κατανάλωση ζάχαρης, από την εγκυμοσύνη μέχρι περίπου τα δύο τους χρόνια, φαίνεται να έχουν μικρότερη πιθανότητα καρδιαγγειακών προβλημάτων όταν ενηλικιωθούν. Όπως αναφέρουν οι ερευνητές, όσοι εκτέθηκαν σε λιγότερη ζάχαρη κατά τις πρώτες 1.000 κρίσιμες ημέρες είχαν 20% έως 30% χαμηλότερο κίνδυνο για έμφραγμα, καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμίες, εγκεφαλικό επεισόδιο και θάνατο από καρδιαγγειακά αίτια.
Τα αποτελέσματα βασίστηκαν σε ένα ξεχωριστό ιστορικό γεγονός
Αφετηρία της έρευνας αποτέλεσε η λήξη του δελτίου ζάχαρης στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 1953. Το κυβερνητικό μέτρο, που ίσχυσε από τον Ιανουάριο του 1940 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1953, περιόριζε την κατανάλωση ζάχαρης, ώστε να εξασφαλίζεται δίκαιη κατανομή στη διάρκεια και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η ζάχαρη παρέμενε αυστηρά περιορισμένη για όλους μέχρι την κατάργηση του δελτίου, ακόμη και για τις εγκύους και τα μικρά παιδιά. Έτσι διαμορφώθηκε ένας φυσικός διαχωρισμός μεταξύ των ανθρώπων που γεννήθηκαν πριν από την άρση του μέτρου και εκείνων που ήρθαν στον κόσμο μετά.
Οι ερευνητές εξέτασαν στοιχεία της UK Biobank για 63.433 άτομα, με μέση ηλικία περίπου 55 ετών, τα οποία είχαν γεννηθεί από τον Οκτώβριο του 1951 έως τον Μάρτιο του 1956. Στην εμβρυϊκή ζωή και/ή κατά τα πρώτα χρόνια τους, 40.063 είχαν περιορισμένη πρόσληψη ζάχαρης, ενώ οι υπόλοιποι 23.370 γεννήθηκαν αφού καταργήθηκε το δελτίο και δεν αντιμετώπισαν αντίστοιχο περιορισμό.
Για επιπλέον έλεγχο των ευρημάτων, οι ερευνητές πρόσθεσαν ομάδα ενηλίκων που είχαν γεννηθεί εκτός Ηνωμένου Βασιλείου και δεν είχαν βιώσει ανάλογους διατροφικούς περιορισμούς. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο BMJ.
Η ομάδα συνέκρινε τα δεδομένα των συμμετεχόντων με τα ιατρικά αρχεία τους, καταγράφοντας καρδιαγγειακές παθήσεις, εμφράγματα, καρδιακή ανεπάρκεια, κολπική μαρμαρυγή, εγκεφαλικά και θανάτους από καρδιαγγειακές αιτίες. Στην ανάλυση συνυπολογίστηκαν γενετικοί, περιβαλλοντικοί και παράγοντες τρόπου ζωής, προκειμένου να εκτιμηθεί όσο το δυνατόν καλύτερα η επίδραση της πρώιμης έκθεσης στη ζάχαρη.
Ζάχαρη και έμφραγμα: ποια είναι η πιθανή σχέση;
Η μεγαλύτερη διάρκεια περιορισμού της ζάχαρης, από την κύηση έως και τα δύο πρώτα χρόνια, συνδέθηκε με μικρότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου στην ενήλικη ζωή. Στην ομάδα με την πιο παρατεταμένη έκθεση στον περιορισμό καταγράφηκε 20% χαμηλότερος συνολικός κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου, 25% λιγότερα εμφράγματα, 26% χαμηλότερος κίνδυνος καρδιακής ανεπάρκειας, 24% λιγότερα περιστατικά κολπικής μαρμαρυγής, 31% μειωμένος κίνδυνος εγκεφαλικού και 27% χαμηλότερος κίνδυνος καρδιαγγειακού θανάτου.
Η περιορισμένη κατανάλωση ζάχαρης συνδέθηκε όχι μόνο με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο, αλλά και με μεταγενέστερη εμφάνιση πιθανών προβλημάτων, όπως το έμφραγμα. Σε σύγκριση με όσους δεν είχαν βιώσει τους περιορισμούς, τα προβλήματα αυτά εμφανίζονταν έως και 2,5 χρόνια αργότερα.
Οι ερευνητές αποδίδουν εν μέρει την πιθανή προστασία στα χαμηλότερα ποσοστά διαβήτη και υπέρτασης που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες οι οποίοι είχαν καταναλώσει λιγότερη ζάχαρη όταν ήταν μικροί. Η υπέρταση αφορά την υψηλή αρτηριακή πίεση.
Ποιοι κανόνες ίσχυαν τότε και τι συστήνεται σήμερα
Όσο ίσχυε το δελτίο, η ημερήσια ποσότητα ζάχαρης για τον γενικό πληθυσμό, και για τις εγκύους, ήταν κάτω από 40 γραμμάρια. Για παιδιά κάτω των δύο ετών απαγορευόταν η πρόσθετη ζάχαρη. Τα όρια αυτά βρίσκονται κοντά στις σημερινές διατροφικές οδηγίες για βρέφη και μικρά παιδιά.
Η παρατηρητική φύση της μελέτης, επισημαίνουν οι ερευνητές, δεν επιτρέπει να αποδειχθεί ότι η ζάχαρη προκαλεί τα αποτελέσματα. Παρ’ όλα αυτά, το μεγάλο δείγμα και η «φυσική» αντιπαραβολή των γεννήσεων πριν και μετά την κατάργηση του δελτίου αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι η έκθεση στη ζάχαρη σε μικρή ηλικία μπορεί να επηρεάζει την καρδιαγγειακή υγεία πολλές δεκαετίες αργότερα.
Με λίγα λόγια
- Σύμφωνα με νέα μελέτη, ο περιορισμός της ζάχαρης στην εγκυμοσύνη και κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων στην ενήλικη ζωή.
- Στην ομάδα των παιδιών με χαμηλότερη πρόσληψη ζάχαρης, ο κίνδυνος εμφράγματος, καρδιακής ανεπάρκειας και άλλων καρδιαγγειακών προβλημάτων ήταν μειωμένος κατά 20%-30%.
- Για την έρευνα αξιοποιήθηκαν στοιχεία 63.433 ενηλίκων, καθώς και η ιστορική περίοδος κατά την οποία ίσχυε το δελτίο ζάχαρης στο Ηνωμένο Βασίλειο, από το 1940 έως το 1953.
- Χαμηλότερα ποσοστά διαβήτη και υπέρτασης καταγράφηκαν στους συμμετέχοντες που είχαν καταναλώσει λιγότερη ζάχαρη.
- Τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν σχέση αιτίας και αποτελέσματος, καθώς προέρχονται από παρατηρητική μελέτη· ωστόσο, αναδεικνύουν τον ρόλο της διατροφής στα πρώτα χρόνια για την καρδιαγγειακή υγεία.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/health/to-mystiko-gia-meiomeno-kindyno-emfragmatos-isos-xekina-prin-kan-gennithoyme/21426



