Ροή ειδήσεων
ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
© 2026 ygeiax.gr

Αναζήτηση

Πατήστε Enter ή κάντε κλικ στο εικονίδιο αναζήτησης

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η μεταρρύθμιση για τους ψυχολόγους είναι αναγκαία, αλλά δίνει υπερβολική εξουσία στον Υπουργό Υγείας

Το νομοσχέδιο προβλέπει υποχρεωτική εγγραφή, μητρώο και πειθαρχικά όργανα, αφήνοντας ανοιχτά τα όρια των επαγγελματικών δικαιωμάτων και την ανεξαρτησία των επιστημονικών φορέων

Η μεταρρύθμιση για τους ψυχολόγους είναι αναγκαία, αλλά δίνει υπερβολική εξουσία στον Υπουργό Υγείας
Η μεταρρύθμιση για τους ψυχολόγους είναι αναγκαία, αλλά δίνει υπερβολική εξουσία στον Υπουργό Υγείας

Το νομοσχέδιο επιχειρεί να καλύψει ένα θεσμικό κενό δεκαετιών, χωρίς όμως να απαντά σε καίρια ερωτήματα για τα επαγγελματικά δικαιώματα, την αυτονομία των επιστημονικών οργάνων και τον έλεγχο των υπουργικών αποφάσεων.

Η μεταρρύθμιση για τους ψυχολόγους είναι αναγκαία, αλλά δίνει υπερβολική εξουσία στον Υπουργό Υγείας

Του Τάκη Μαραλέτου

Η Ελλάδα καθυστέρησε επί δεκαετίες να θεσπίσει έναν ενιαίο επαγγελματικό φορέα για τους ψυχολόγους. Από το 1979, χρονιά ψήφισης του βασικού νόμου για την άσκηση του επαγγέλματος, έως σήμερα, η Ψυχολογία έχει γνωρίσει εντυπωσιακή εξέλιξη. Οι ειδικεύσεις έχουν αυξηθεί, οι ανάγκες ψυχικής υγείας έχουν αλλάξει, η ψυχοθεραπεία αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης φροντίδας, ενώ οι πολίτες απευθύνονται όλο και συχνότερα σε υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης.

Το θεσμικό πλαίσιο, όμως, δεν προσαρμόστηκε ανάλογα.

Το Υπουργείο Υγείας φέρνει προς συζήτηση και ψήφιση στην Ολομέλεια της Βουλής νομοσχέδιο που επιχειρεί να διευθετήσει αυτή την εκκρεμότητα. Μεταξύ άλλων, προβλέπει την ίδρυση του Πανελλήνιου Συλλόγου Ψυχολόγων ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, την υποχρεωτική εγγραφή των επαγγελματιών, την τήρηση μητρώου, τη σύσταση πειθαρχικών οργάνων και τη λειτουργία Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας.

Καταρχήν, οι προβλεπόμενες παρεμβάσεις είναι θετικές. Ένα αξιόπιστο επαγγελματικό μητρώο, η δυνατότητα διερεύνησης παραβάσεων και η θέσπιση κοινών προδιαγραφών μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην προστασία των πολιτών. Όποιος αναζητά ψυχολογική υποστήριξη πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εξακριβώσει την ταυτότητα και τα προσόντα του επαγγελματία, καθώς και να γνωρίζει πού μπορεί να απευθυνθεί σε περίπτωση αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς.

Η ανάγκη αυτή δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το προτεινόμενο πλαίσιο διασφαλίζει όντως την επιστημονική αυτονομία και την προστασία των πολιτών ή αν εγκαθιδρύει έναν νέο μηχανισμό, όπου η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας συγκεντρώνει υπερβολικά μεγάλη τελική εξουσία.

Σε αυτό εντοπίζεται το βασικότερο πρόβλημα του νομοσχεδίου.

Ο Υπουργός Υγείας στο επίκεντρο των περισσότερων κρίσιμων αποφάσεων

Από προσεκτική εξέταση των άρθρων 25, 26, 27, 35, 36 και 56 προκύπτει ότι ο Υπουργός Υγείας έχει καθοριστική θέση σχεδόν σε κάθε σημαντικό βήμα οργάνωσης και ρύθμισης του νέου συστήματος.

Στον Υπουργό ανατίθεται ο ορισμός της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής του Πανελλήνιου Συλλόγου Ψυχολόγων και η επιλογή των μελών του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας. Επίσης, κυρώνει τον Κώδικα Ηθικής και Δεοντολογίας και ασκεί την αποφασιστική κανονιστική αρμοδιότητα για τη σύσταση ειδικοτήτων, την εκπαίδευση, την πιστοποίηση και την αναγνώριση εκπαιδευτικών κέντρων, αφού προηγηθούν οι προβλεπόμενες γνωμοδοτήσεις.

Το νομοσχέδιο δεν οριστικοποιεί ούτε τα επαγγελματικά δικαιώματα, που θα μπορούσαν να αποτελούν τον πυρήνα της μεταρρύθμισης. Αντίθετα, μεταθέτει τον καθορισμό τους σε μελλοντικό Προεδρικό Διάταγμα, το οποίο θα εκδοθεί με πρόταση του Υπουργού Υγείας και γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας.

Η διαφορά αυτή έχει νομική βαρύτητα: τα επαγγελματικά δικαιώματα δεν θα οριστούν με μονομερή απόφαση του Υπουργού. Το Προεδρικό Διάταγμα εκδίδεται μέσω διαφορετικής κανονιστικής διαδικασίας, η οποία περιλαμβάνει τις προβλεπόμενες συνταγματικές και δικαστικές εγγυήσεις.

Ωστόσο, η πρωτοβουλία σε πολιτικό επίπεδο εξακολουθεί να ανήκει στο Υπουργείο, χωρίς το νομοσχέδιο να θέτει συγκεκριμένο χρονικό όριο για την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Ποιος έχει την ευθύνη για κάθε απόφαση

Αντικείμενο Αποφασιστική αρμοδιότητα
Επαγγελματικά δικαιώματα ψυχολόγων Προεδρικό Διάταγμα με πρόταση Υπουργού Υγείας και γνώμη ΚΕΣΥ
Δημιουργία ειδικοτήτων και καθορισμός προϋποθέσεων πιστοποίησης Υπουργός Υγείας, μετά από γνώμη ΚΕΣΥ
Αναγνώριση και ανάκληση έγκρισης εκπαιδευτικών προγραμμάτων Υπουργός Υγείας, στο προβλεπόμενο κανονιστικό πλαίσιο
Συγκρότηση Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας Υπουργός Υγείας ορίζει το επταμελές όργανο
Κώδικας Ηθικής και Δεοντολογίας Υπουργός Υγείας, μετά από εισήγηση του Συλλόγου
Προσωρινή διοίκηση του νέου Συλλόγου Διορισμός από τον Υπουργό Υγείας, με δυνατότητα θητείας έως τρία χρόνια

Έτσι διαμορφώνεται ένα θεσμικό σύστημα όπου προβλέπεται η επιστημονική γνώμη, αλλά η εκτελεστική εξουσία διατηρεί συγκεντρωμένη την ουσιαστική δυνατότητα να διαμορφώνει και να ολοκληρώνει τις αποφάσεις.

Δεν πρόκειται, βεβαίως, για νομική εξουσία χωρίς όρια: οι υπουργικές πράξεις οφείλουν να τηρούν τον νόμο και μπορούν να ελεγχθούν δικαστικά. Παρ’ όλα αυτά, οι αρμοδιότητες συγκεντρώνονται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό σε έναν τομέα όπου οι αποφάσεις αφορούν επαγγελματικά δικαιώματα, επενδύσεις στην εκπαίδευση και την πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

Για να είναι ουσιαστική η επιστημονική ανεξαρτησία, δεν αρκεί μια γενική διάταξη που αναφέρει ότι τα μέλη ενός οργάνου ασκούν αμερόληπτα τα καθήκοντά τους. Απαιτείται συγκεκριμένη διαδικασία που να την εγγυάται.

Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας με μέλη που ορίζει ο Υπουργός

Το Εθνικό Παρατηρητήριο Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής Ψυχικής Υγείας είναι χαρακτηριστική περίπτωση.

Η σύστασή του θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη. Η χώρα χρειάζεται ξεκάθαρες επιστημονικές προδιαγραφές για την εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία, την εποπτεία, την κλινική εμπειρία, την πιστοποίηση και την αναγνώριση προσόντων.

Παραμένουν σήμερα σημαντικές ασάφειες σχετικά με την επάρκεια της εκπαίδευσης, την κατοχύρωση των ειδικεύσεων και τη θεσμική μεταχείριση διαφορετικών επαγγελματικών διαδρομών.

Με το νομοσχέδιο επιδιώκεται η δημιουργία ενός μηχανισμού για την επεξεργασία των παραπάνω ζητημάτων.
Ωστόσο, το άρθρο 35 ορίζει ότι ο Υπουργός Υγείας διορίζει με απόφασή του τα επτά μέλη του Παρατηρητηρίου. Παρότι απαιτούνται επιστημονική κατάρτιση και επαγγελματική εμπειρία στην ψυχική υγεία, δεν προβλέπεται ανοιχτή διαδικασία επιλογής ούτε συγκεκριμένες θέσεις εκπροσώπησης για πανεπιστήμια, επιστημονικές εταιρείες, επαγγελματικούς συλλόγους και λήπτες υπηρεσιών.

Το άρθρο 36 ορίζει ότι προβλέπεται συνεργασία με επιστημονικούς και επαγγελματικούς φορείς. Αυτή, ωστόσο, δεν διασφαλίζει πως οι φορείς θα έχουν κατοχυρωμένο ρόλο στη συγκρότηση ενός οργάνου που θα επηρεάσει τις προδιαγραφές του μέλλοντος.

Αν τα μέλη του οργάνου προέρχονται από μία μόνο επιστημονική κατεύθυνση ή από περιορισμένο αριθμό επαγγελματικών φορέων, υπάρχει το ενδεχόμενο οι προτάσεις του Παρατηρητηρίου να μην αποδίδουν με πληρότητα την πολυμορφία του επιστημονικού πεδίου.

Δεν υπάρχει λόγος να θεωρήσουμε δεδομένο ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Είναι, όμως, σημαντικό να ζητήσουμε εγγυήσεις που θα αποκλείουν αυτό το ενδεχόμενο.

Απευθύνουμε, λοιπόν, στον Υπουργό Υγείας το ερώτημα: «για ποιον λόγο κρίθηκε αναγκαίο να διορίζετε ο ίδιος το σύνολο των μελών του Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και να διατηρείτε τόσο εκτεταμένες κανονιστικές αρμοδιότητες, αντί να προβλέψετε μια θεσμικά κατοχυρωμένη συμμετοχή των επιστημονικών και επαγγελματικών φορέων, με ανεξάρτητη επιλογή και έλεγχο;»

Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εισηγείται μια συγκεκριμένη αλλαγή: από τα επτά μέλη, ορισμένα —για παράδειγμα, τρία— να ορίζονται ύστερα από προτάσεις αναγνωρισμένων επαγγελματικών φορέων. Ζητείται ακόμη η συμμετοχή εκπροσώπων των ληπτών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ιδίως των ατόμων με ψυχοκοινωνική αναπηρία.

Η εισήγηση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία για μια ουσιαστικότερη θεσμική ισορροπία.

Το παράδοξο γύρω από τα επαγγελματικά δικαιώματα

Η σοβαρότερη ίσως αδυναμία του νομοσχεδίου εντοπίζεται στο άρθρο 26.

Με την ίδρυση υποχρεωτικού επαγγελματικού συλλόγου, η Πολιτεία απαιτεί εγγραφή και συνδρομές, προβλέπει πειθαρχικό έλεγχο και ρυθμίζει αναλυτικά την οργανωτική του δομή.

Τα επαγγελματικά δικαιώματα, ωστόσο, δεν προσδιορίζονται.

Το ζήτημα παραπέμπεται σε μελλοντικό Προεδρικό Διάταγμα, χωρίς να έχει οριστεί πότε θα εκδοθεί.

Η ΟΚΕ σημειώνει ότι η επιλογή αυτή διαιωνίζει νομοθετική εκκρεμότητα 47 ετών. Προτείνει να καθοριστεί προθεσμία 24 μηνών, καθώς και να συμμετάσχει στη διαδικασία το εκλεγμένο Κεντρικό Διοικητικό Συμβούλιο του νέου Συλλόγου.

Η επισήμανση αυτή έχει ουσιαστική σημασία.

Δεν συνιστά ολοκληρωμένη επαγγελματική μεταρρύθμιση μια ρύθμιση που ορίζει αναλυτικά τις υποχρεώσεις και τις κυρώσεις, αλλά δεν ξεκαθαρίζει ποια δικαιώματα θα μπορεί να ασκήσει ο επαγγελματίας.

Ερωτήματα γεννά και η σύνδεση των δικαιωμάτων με το γνωστικό αντικείμενο και το πρόγραμμα σπουδών: αφορούν αποφοίτους διαφορετικών πανεπιστημιακών τμημάτων, κατόχους τίτλων από το εξωτερικό, αλλά και επαγγελματίες που έχουν ήδη νόμιμη άδεια.

Ελλείψει σαφών μεταβατικών εγγυήσεων, η επιστημονική αναβάθμιση ενδέχεται να οδηγήσει σε νέες αμφισβητήσεις δικαιωμάτων που ασκούνται νόμιμα εδώ και χρόνια.

Θετική είναι η αναγνώριση νέων ειδικοτήτων, χωρίς όμως να δικαιολογείται η αναδρομική απαξίωση της επαγγελματικής εμπειρίας.

Οι αντιδράσεις των φορέων έχουν διαφορετικές αφετηρίες

Οι επιστημονικοί και επαγγελματικοί φορείς έχουν διαφορετικές θέσεις τόσο για την ανάγκη της μεταρρύθμισης όσο και για τον τρόπο εφαρμογής της.

Ο Σύλλογος Ελλήνων Ψυχολόγων ζητά να αποσυρθεί το νομοσχέδιο, εκτιμώντας ότι δεν προστατεύει επαρκώς τα υφιστάμενα επαγγελματικά δικαιώματα και περιορίζει τη συμμετοχή των επαγγελματιών. Ως προηγούμενο βήμα προτείνει ουσιαστική αναβάθμιση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και των προϋποθέσεων για τη μελλοντική αδειοδότηση.

Η Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία αντιμετωπίζει θετικά τη δημιουργία του ΝΠΔΔ και τη θεωρεί σημαντική για την επιστημονική οργάνωση και την προστασία των πολιτών. Παράλληλα, ζητά σαφή όρια επαγγελματικής επάρκειας, ανεξάρτητη επιστημονική αξιολόγηση και διαφανή κριτήρια, καθώς και δίκαιη αντιμετώπιση των προσόντων που έχουν ήδη αποκτηθεί.

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Ψυχολόγων έχει εκφράσει αντιρρήσεις για την εκπροσώπηση των ψυχολόγων των δημόσιων δομών, ενώ κατήγγειλε ότι αποκλείστηκε από την κοινοβουλευτική ακρόαση φορέων. Παρεμβάσεις έχουν γίνει και από φορείς της ψυχοθεραπείας και της συμβουλευτικής ψυχικής υγείας, οι οποίοι ζητούν επιστημονικά κριτήρια αναγνώρισης, διασφάλιση της διεπιστημονικότητας και προστασία των υφιστάμενων εκπαιδεύσεων.

Οι διαφορετικές αυτές θέσεις δείχνουν ότι δεν διατυπώνεται ένα ενιαίο συντεχνιακό αίτημα προς την κυβέρνηση.

Αναδεικνύουν επίσης έναν ουσιαστικό κίνδυνο: η οργάνωση ενός κατακερματισμένου επαγγελματικού πεδίου μπορεί να οδηγήσει σε αντιπαράθεση μεταξύ φορέων για τον έλεγχο της πιστοποίησης, των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και της επαγγελματικής αναγνώρισης.

Η Πολιτεία έχει καθήκον να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη και όχι να παραχωρήσει προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία σε κάποιον φορέα.

Η προσωρινή διοίκηση με θητεία που φτάνει τα τρία χρόνια

Ένα ακόμη θέμα προκαλεί σοβαρό προβληματισμό.

Το άρθρο 25 προβλέπει ότι ο Υπουργός Υγείας διορίζει Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή με αρχική θητεία έως δύο έτη, η οποία μπορεί να παραταθεί για έναν ακόμη χρόνο.

Είναι απολύτως εύλογη η ανάγκη για προσωρινή διοίκηση κατά την ίδρυση ενός νέου ΝΠΔΔ. Κάποιος χρειάζεται να οργανώσει το μητρώο, να συγκροτήσει τις υπηρεσίες και να προετοιμάσει τις πρώτες εκλογές.

Δεν είναι, όμως, εύκολο να εξηγηθεί γιατί η μεταβατική περίοδος θα πρέπει να μπορεί να διαρκέσει έως και τρία χρόνια.

Η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή δεν έχει μόνο οργανωτικές αρμοδιότητες: της δίνεται επίσης η δυνατότητα να εισηγηθεί τον Κώδικα Ηθικής και Δεοντολογίας που θα ισχύει για όλους τους ψυχολόγους.

Έτσι, ένα όργανο χωρίς εκλογική νομιμοποίηση, το οποίο ορίζει ο Υπουργός, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τη θέσπιση κανόνων. Η παράβασή τους ενδέχεται να έχει ως συνέπεια ακόμη και την απώλεια του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος.

Για τη διάρκεια της προσωρινής διοίκησης, η ΟΚΕ εισηγείται θητεία ενός έτους, η οποία θα μπορεί να παραταθεί κατά έξι μήνες εφόσον υπάρχει σοβαρός λόγος.

Η εισήγηση αυτή ευθυγραμμίζεται σαφώς περισσότερο με τη δημοκρατική αυτοδιοίκηση που αρμόζει σε έναν επαγγελματικό φορέα.

Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής εντοπίζει ουσιαστικές αδυναμίες

Οι ενστάσεις για το σχέδιο νόμου δεν περιορίζονται στις αντιδράσεις όσων αφορά.

Στην έκθεση που εξέδωσε στις 27 Οκτωβρίου, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής διατυπώνει παρατηρήσεις οι οποίες εντείνουν τα ερωτήματα για το κατά πόσο η νομοθετική ρύθμιση είναι πλήρης.

Κεντρικό σημείο των παρατηρήσεων είναι η υποχρέωση εγγραφής στον νέο Σύλλογο.

Η έκθεση σημειώνει ότι η Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης δεν περιλαμβάνει ειδική εξέταση της αναλογικότητας. Μια τέτοια αξιολόγηση απαιτείται όταν θεσπίζεται νέα προϋπόθεση για την άσκηση επαγγέλματος που ρυθμίζεται νομοθετικά.

Η παράλειψη αυτή υπερβαίνει το επίπεδο μιας απλής γραφειοκρατικής αστοχίας.

Με την υποχρεωτική εγγραφή αλλάζει το ισχύον πλαίσιο, αφού αυτή προστίθεται στην άδεια άσκησης επαγγέλματος που ήδη απαιτείται. Η Πολιτεία χρειάζεται να αιτιολογήσει γιατί η νέα προϋπόθεση είναι αναγκαία και ανάλογη με τον στόχο της προστασίας του κοινωνικού συνόλου.

Επιφυλάξεις εκφράζει η Επιστημονική Υπηρεσία και για το ενδεχόμενο να κυρωθεί ο Κώδικας Δεοντολογίας με απόφαση του Υπουργού.

Το ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.

Η παραβίαση των κανόνων του Κώδικα ενδέχεται να επιφέρει πειθαρχικές ποινές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η προσωρινή ή οριστική διαγραφή από τον Σύλλογο, με ανάλογες συνέπειες για την άδεια άσκησης επαγγέλματος.

Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα αν κανόνες που συνεπάγονται τόσο σοβαρές συνέπειες μπορούν να ορίζονται με υπουργική απόφαση ή αν χρειάζεται ισχυρότερη κανονιστική πράξη, όπως ένα Προεδρικό Διάταγμα.

Αυτή η νομική επιφύλαξη δεν μπορεί να παραμεριστεί.

Πιστοποίηση ψυχολόγων: ποιος ελέγχει έναν αποκλεισμό;

Υπάρχει και ένα ακόμη κενό, το οποίο δεν έχει βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, αλλά μπορεί να επιφέρει σημαντικές πρακτικές συνέπειες.

Το νομοσχέδιο ρυθμίζει αναλυτικά την πειθαρχική διαδικασία και προβλέπει προηγούμενη ακρόαση, καθώς και προσφυγή στη Δικαιοσύνη όταν απορρίπτεται αίτηση εγγραφής στον νέο Σύλλογο. Για τις πειθαρχικές αποφάσεις προβλέπει επίσης έφεση και δικαστικό έλεγχο.

Πρόκειται για ουσιαστικές δικλίδες προστασίας, που αποτελούν θετικό στοιχείο του σχεδίου.

Αντίστοιχα, όμως, δεν θεσπίζεται ένα ολοκληρωμένο και ειδικό σύστημα ανεξάρτητης επιστημονικής επανεξέτασης για περιπτώσεις απόρριψης εκπαιδευτικών προγραμμάτων ή αμφισβήτησης της αναγνώρισης ειδίκευσης.

Το άρθρο 56 προβλέπει ότι το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο μπορεί να επιτρέπει τόσο την έγκριση εκπαιδευτικών προγραμμάτων όσο και την ανάκλησή της.

Πώς θα αντιμετωπιστεί η απόρριψη ενός πολυετούς προγράμματος ψυχοθεραπευτικής εκπαίδευσης; Ποιος θα επανεξετάσει την επιστημονική αιτιολόγηση; Και τι θα γίνει με όσους έχουν ήδη πληρώσει δίδακτρα και ολοκληρώσει μέρος της εκπαίδευσής τους;

Βεβαίως, παραμένουν σε ισχύ οι γενικές εγγυήσεις του διοικητικού δικαίου και η δυνατότητα δικαστικής προστασίας. Δεν είναι ορθό να ειπωθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν θα έχουν κανέναν τρόπο να προσφύγουν.

Η προσφυγή στα δικαστήρια, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με μια αποτελεσματική ειδική διαδικασία ανεξάρτητης επιστημονικής επανεξέτασης, η οποία θα προβλέπει σαφή κριτήρια και προθεσμίες και θα προστατεύει τους εκπαιδευόμενους.

Χρειάζεται, επομένως, να προβλεφθεί ρητά σχετική νομοθετική ρύθμιση.

Είναι πράγματι πρόχειρο το νομοσχέδιο για τους ψυχολόγους;

Ο όρος «πρόχειρο» χρησιμοποιείται εύκολα, αλλά δεν περιγράφει με ακρίβεια όσα έχουν συμβεί.

Η σύνταξη του νομοσχεδίου δεν έγινε αιφνιδιαστικά. Η ίδρυση επαγγελματικού ΝΠΔΔ συζητείται εδώ και χρόνια, ενώ είχε προηγηθεί δημόσια διαβούλευση, είχαν κατατεθεί προτάσεις και είχε γίνει κοινοβουλευτική επεξεργασία.

Η ΟΚΕ αναγνωρίζει ξεκάθαρα ότι η αλλαγή κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς καλύπτει ένα σοβαρό θεσμικό κενό που παραμένει επί χρόνια.

Και αυτό είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη.

Την ίδια στιγμή, η ΟΚΕ ζητά ουσιαστικές αλλαγές σε ζητήματα επαγγελματικών δικαιωμάτων, μεταβατικών ρυθμίσεων και στελέχωσης, αλλά και στον τρόπο συγκρότησης της προσωρινής διοίκησης και στη σύνθεση του Παρατηρητηρίου.

Στις παρατηρήσεις αυτές, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής προσθέτει συγκεκριμένα νομικά και νομοτεχνικά ζητήματα.

Επομένως, το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι δεν προηγήθηκε θεσμική προετοιμασία, αλλά ότι αυτή δεν οδήγησε σε ένα ολοκληρωμένο ρυθμιστικό πλαίσιο.

Με το νομοσχέδιο οργανώνεται ένας νέος επαγγελματικός φορέας, ενώ το πλαίσιο για τα επαγγελματικά δικαιώματα παραμένει ανολοκλήρωτο.

Προβλέπεται η δημιουργία επιστημονικού Παρατηρητηρίου, χωρίς να διασφαλίζεται επαρκώς ότι θα έχει αντιπροσωπευτική σύνθεση.

Παράλληλα, ο Υπουργός Υγείας αποκτά ευρείες αρμοδιότητες, χωρίς να προβλέπονται παντού εξίσου ισχυρές εγγυήσεις διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου.

Άρα, πρόκειται για αναγκαία μεταρρύθμιση, η οποία όμως έχει σοβαρά κενά στη θεσμική της ολοκλήρωση.

Αυτός ο χαρακτηρισμός αποδίδει το ζήτημα με μεγαλύτερη ακρίβεια και δικαιοσύνη.

Οι αλλαγές που χρειάζεται το νομοσχέδιο πριν ψηφιστεί

Η Βουλή μπορεί να αντιμετωπίσει τις πιο σημαντικές αδυναμίες, διατηρώντας παράλληλα τον βασικό στόχο της μεταρρύθμισης.

Πρώτον, να οριστεί σαφής προθεσμία για την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος σχετικά με τα επαγγελματικά δικαιώματα και να προβλεφθεί ρητά η προστασία των ψυχολόγων που έχουν ήδη λάβει άδεια.

Δεύτερον, η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή να λειτουργεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα και να προκύπτει από διαδικασία επιλογής με διαφάνεια. Όπου είναι εφικτό, οι ουσιαστικές εισηγήσεις για κανονιστικά ζητήματα να προέρχονται από την εκλεγμένη διοίκηση.

Τρίτον, χρειάζονται σαφείς διασφαλίσεις για τον επιστημονικό πλουραλισμό στη σύνθεση του Παρατηρητηρίου. Πανεπιστήμια, επιστημονικές εταιρείες, επαγγελματικοί σύλλογοι και εκπρόσωποι των ληπτών υπηρεσιών πρέπει να λαμβάνουν μέρος σε ανοιχτή διαδικασία επιλογής, χωρίς να αποκτά ένας φορέας προνομιακή επιρροή.

Τέταρτον, τα κριτήρια για τις ειδικότητες και τα εκπαιδευτικά προγράμματα να είναι επιστημονικά και δημοσιευμένα. Απαιτούνται επίσης πλήρης αιτιολόγηση των αποφάσεων, αντιμετώπιση των συγκρούσεων συμφερόντων και δυνατότητα ανεξάρτητης επανεξέτασής τους.

Πέμπτον, πρέπει να προσδιοριστούν με σαφήνεια οι διακριτές αρμοδιότητες του Πανελλήνιου Συλλόγου, του Παρατηρητηρίου και του Υπουργείου, καθώς και τα όρια της κανονιστικής εξουσίας του τελευταίου.

Η μεταφορά της εξουσίας από τον Υπουργό σε έναν επαγγελματικό σύλλογο δεν είναι αναγκαία. Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε απλώς να αντικαταστήσει τον κίνδυνο κρατικού συγκεντρωτισμού με εκείνον ενός επαγγελματικού μονοπωλίου.

Αυτό που απαιτείται είναι οι αρμοδιότητες να κατανέμονται, να υπάρχει επιστημονική συμμετοχή και να λειτουργούν ουσιαστικοί μηχανισμοί λογοδοσίας.

Η προστασία του πολίτη δεν προϋποθέτει έναν παντοδύναμο Υπουργό

Η Πολιτεία οφείλει να ρυθμίζει τα επαγγέλματα που αφορούν την ψυχική υγεία, να θέτει προδιαγραφές και να παρεμβαίνει όταν απειλείται η ασφάλεια των πολιτών.

Ωστόσο, η ευθύνη της ρύθμισης δεν σημαίνει ότι απαιτείται πολιτικός έλεγχος σε κάθε σημαντική απόφαση επιστημονικού ή οργανωτικού χαρακτήρα.

Από την άλλη, δεν είναι δεδομένο πως οι επαγγελματικοί σύλλογοι πρέπει να ορίζουν αποκλειστικά τους όρους εισόδου στο επάγγελμα. Χρειάζεται και οι ίδιοι να υπόκεινται σε διαφάνεια, λογοδοσία και έλεγχο για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων.

Ένα αξιόπιστο πλαίσιο επαγγελματικής ρύθμισης οφείλει να προφυλάσσει τόσο τους πολίτες από την επιστημονική ανεπάρκεια όσο και τους επιστήμονες από αυθαίρετες διοικητικές κρίσεις. Αν δεν διασφαλίζονται και οι δύο πλευρές, η πιστοποίηση μπορεί να μετατραπεί από εγγύηση ποιότητας σε μέσο αποκλεισμού.

Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας έχει πραγματική μεταρρυθμιστική αξία. Δίνει τη δυνατότητα να θεσπιστούν σύγχρονοι κανόνες για ένα επάγγελμα, να ενδυναμωθεί η δεοντολογική εποπτεία και να τεθούν βάσεις για αξιόπιστη αναγνώριση των επιστημονικών προσόντων.

Αυτή η προοπτική δεν υπάρχει λόγος να εγκαταλειφθεί.

Απαιτείται, ωστόσο, να περιοριστεί η υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων, να συμπληρωθούν οι εγγυήσεις και να κατοχυρωθούν ξεκάθαρα τα δικαιώματα πριν τεθούν πλήρως σε ισχύ οι νέοι περιορισμοί.

Σε αντίθετη περίπτωση, η χώρα μπορεί να αποκτήσει έναν νέο υποχρεωτικό επαγγελματικό φορέα, ενώ θα παραμείνουν ανοιχτά και στο μέλλον τα ίδια βασικά ζητήματα που η μεταρρύθμιση καλείται να αντιμετωπίσει.

Το κρίσιμο δεν είναι ποιος Υπουργός θα βάζει την υπογραφή στις αποφάσεις. Σημασία έχει να στηθεί ένα αξιόπιστο σύστημα, ανεξάρτητο από το πρόσωπο που θα βρίσκεται κάθε φορά στη θέση του Υπουργού Υγείας.

Αυτό αποτελεί, τελικά, το κριτήριο μιας γνήσιας θεσμικής μεταρρύθμισης.

Σημείωση: Η ανάλυση στηρίζεται στο νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή στις 19 Οκτωβρίου 2026, στη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, στην έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής στις 27 Οκτωβρίου, καθώς και στις δημόσιες θέσεις επιστημονικών και επαγγελματικών φορέων. Εξετάζει το κείμενο πριν από την τελική ψήφισή του.

Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/news/i-metarrythmisi-gia-toys-psychologoys-einai-anagkaia-alla-dinei-ypervoliki-exoysia-ston-ypoyrgo-ygeias/26253

BEST OF NETWORK

NETWORK