Η χρήση βαφής μαλλιών είναι μέρος της τακτικής περιποίησης εκατομμυρίων ανθρώπων, είτε για να καλύψουν τα λευκά είτε για να ανανεώσουν την εμφάνισή τους. Το επιθυμητό αποτέλεσμα, ωστόσο, μπορεί να συνοδεύεται από χημικές ουσίες που ενδέχεται να προκαλέσουν αλλεργίες, ερεθισμό και φθορά στην τρίχα, ειδικά όταν η βαφή εφαρμόζεται συχνά ή παραλείπονται οι αναγκαίες προφυλάξεις.
Η αγορά προϊόντων ομορφιάς αναπτύσσεται διεθνώς, ενώ οι μόνιμες βαφές αντιστοιχούν, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, σε περίπου το 80% των συνολικών πωλήσεων βαφών μαλλιών. Η ευρεία χρήση τους έχει στρέψει την προσοχή στην ασφάλεια των συστατικών και στις πιθανές συνέπειές τους για το τριχωτό της κεφαλής και τη δομή της τρίχας.
Ο δερματολόγος – αφροδισιολόγος δρ. Χρήστος Στάμου στο alfavita.gr τονίζει ότι χρειάζεται προσοχή στην επαναλαμβανόμενη έκθεση του δέρματος σε ισχυρές χημικές ουσίες. Ορισμένες αντιδράσεις, όπως σημειώνει, μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια παροδική ενόχληση μετά την εφαρμογή της βαφής.
Αναφορές που επικαλείται κάνουν λόγο για χημικές ενώσεις σε εμπορικές βαφές, μεταξύ των οποίων το τολουόλιο και ορισμένοι φθαλικοί εστέρες. Η επικινδυνότητα και η παρουσία τους διαφέρουν ανάλογα με τη σύνθεση και τη συγκέντρωση, ενώ κάποια συστατικά είναι δυνατόν να επιβαρύνουν τον δερματικό φραγμό ή να προκαλέσουν ερεθισμό.
Τι επιπτώσεις έχει η βαφή στο τριχωτό της κεφαλής
Η μόνιμη βαφή βασίζεται σε χημικές αντιδράσεις, οι οποίες επιτρέπουν στις χρωστικές να περάσουν στο εσωτερικό της τρίχας. Για να γίνει αυτό, χρησιμοποιούνται συνήθως αλκαλικοί και οξειδωτικοί παράγοντες, που είναι δυνατόν να επηρεάσουν και την επιφάνεια του δέρματος.
Μεταξύ των βασικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων που σχετίζονται με τις βαφές είναι η αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής.
Η παραφαινυλενοδιαμίνη (PPD) αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς παράγοντες που μπορεί να ευθύνονται. Χρησιμοποιείται σε αρκετές μόνιμες βαφές και ενδέχεται να οδηγήσει σε αλλεργική ευαισθητοποίηση.
Ερυθρότητα, έντονος κνησμός, ερεθισμός και οίδημα είναι πιθανά συμπτώματα. Η αντίδραση μπορεί να παρουσιαστεί ακόμη και σε περιοχές που δεν ήρθαν σε επαφή με τη βαφή.
Μια ακόμη πιθανή επίπτωση είναι η βλάβη στον προστατευτικό φραγμό του δέρματος. Η αμμωνία, λόγω της αλκαλικότητάς της, και η οξειδωτική δράση του υπεροξειδίου του υδρογόνου μπορούν να προκαλέσουν ξηρότητα και ερεθισμό. Αν η χρήση γίνει λανθασμένα και σε σοβαρό βαθμό, είναι δυνατόν να προκληθούν ακόμη και χημικά εγκαύματα.
Βαφές μαλλιών και πιθανές αλλαγές στο μικροβίωμα του δέρματος
Η ενδεχόμενη επίδραση των βαφών στο μικροβίωμα του τριχωτού της κεφαλής είναι ένα λιγότερο γνωστό θέμα. Με τον όρο αυτό περιγράφεται το σύνολο των μικροοργανισμών που υπάρχουν φυσιολογικά στην επιφάνεια του δέρματος.
Η έκθεση σε ισχυρές χημικές ουσίες και η αλλαγή του pH μπορεί να διαταράξουν την ισορροπία αυτού του μικροβιακού οικοσυστήματος.
Στη φυσιολογική μικροβιακή χλωρίδα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, βακτήρια όπως το Cutibacterium acnes και μύκητες του γένους Malassezia.
Οι μύκητες του γένους Malassezia συνδέονται με την πιτυρίδα και τη σμηγματορροϊκή δερματίτιδα. Η παρουσία τους, ωστόσο, δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη πάθησης.
Οι ενδεχόμενες αλλαγές στο μικροβίωμα μετά τη χρήση βαφών εξακολουθούν να απασχολούν την επιστημονική έρευνα. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει αποδειχθεί ότι κάθε βαφή προκαλεί μικροβιακή δυσβίωση ή υπερανάπτυξη μυκήτων.
Ο δρ. Στάμου αναφέρει ότι, ανάλογα με τη διάγνωση, η αντιμετώπιση προβλημάτων του τριχωτού μπορεί να περιλαμβάνει προϊόντα για την αποκατάσταση του δερματικού φραγμού, δερμοκαλλυντικά με πρεβιοτικά ή μεταβιοτικά συστατικά, ήπια αντιμυκητιασικά προϊόντα και μαλακτικούς παράγοντες.
Το ποια αγωγή είναι κατάλληλη καθορίζεται από την αιτία του προβλήματος και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων.
Γιατί οι χημικές βαφές αποδυναμώνουν την τρίχα
Η χημική βαφή μπορεί να έχει επιπτώσεις όχι μόνο στο δέρμα, αλλά και στην ίδια τη δομή των μαλλιών.
Για να αλλάξει μόνιμα το χρώμα, οι χημικές ουσίες μεταβάλλουν την εξωτερική προστατευτική στοιβάδα της τρίχας. Έτσι, οι χρωστικές μπορούν να εισχωρήσουν στο εσωτερικό της.
Στη διάρκεια της διαδικασίας είναι πιθανή η απώλεια λιπιδίων και η αλλοίωση των πρωτεϊνικών δομών, γεγονός που μπορεί να αυξήσει το πορώδες της τρίχας και να περιορίσει την αντοχή της.
Το υπεροξείδιο του υδρογόνου μπορεί να επηρεάσει τους δεσμούς της κερατίνης, οι οποίοι ενισχύουν τη μηχανική αντοχή των μαλλιών, ιδίως όταν χρησιμοποιείται για έντονο αποχρωματισμό.
Έτσι, ύστερα από επανειλημμένες ή επιθετικές χημικές επεξεργασίες, τα μαλλιά μπορεί να γίνουν πιο ξηρά, τραχιά και εύθραυστα.
Η θραύση της τρίχας είναι μία από τις πιο συχνές συνέπειες της υπερβολικής χημικής καταπόνησης και μπορεί να γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στο χτένισμα ή στο βούρτσισμα.
Η βλάβη στην τρίχα μπορεί να δίνει την εντύπωση ότι έχει μειωθεί η πυκνότητά της, χωρίς αυτό να υποδηλώνει κατ’ ανάγκη πραγματική απώλεια τριχοθυλακίων.
Βαφή μαλλιών και τριχόπτωση: πότε μπορεί να συνδέονται;
Το αν οι βαφές μαλλιών σχετίζονται με τριχόπτωση χρειάζεται να εξετάζεται με προσοχή.
Συνήθως, όταν η έντονη χημική επεξεργασία φθείρει τα μαλλιά, επηρεάζεται το στέλεχος της τρίχας και αυτή σπάει, αντί να αποπίπτει από τη ρίζα.
Σε κάποιες περιπτώσεις, πάντως, μια έντονη φλεγμονώδης αντίδραση στο τριχωτό της κεφαλής ενδέχεται να σχετίζεται με περισσότερη τριχόπτωση.
Ο δρ. Στάμου επισημαίνει ειδικά την πιθανότητα τελογενούς τριχόπτωσης: πρόκειται για κατάσταση όπου αυξημένος αριθμός τριχών περνά πρόωρα στη φυσιολογική φάση αποβολής.
Για να διερευνηθούν ανάλογα προβλήματα, η κλινική εξέταση είναι δυνατό να συνδυαστεί με ειδικές διαγνωστικές τεχνικές.
Στις διαθέσιμες μεθόδους περιλαμβάνεται το ψηφιακό τριχοριζόγραμμα. Είναι μη επεμβατικό και αξιολογεί την πυκνότητα και την ανάπτυξη των μαλλιών, ενώ μπορεί να συμβάλει στη διερεύνηση ορισμένων τύπων τριχόπτωσης.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/omorfia/vafes-mallion-ti-mporei-na-prokalesoyn-sto-derma-kai-tin-tricha-symfona-me-dermatologo/26327




