Οι νέες μητέρες με περιορισμένη γνώση αγγλικών είναι λιγότερο πιθανό να λάβουν την καθιερωμένη θεραπεία για τους επώδυνους και εξουθενωτικούς πονοκεφάλους που μπορεί να εμφανιστούν αν, κατά την επισκληρίδιο αναισθησία στον τοκετό, τρυπηθεί κατά λάθος η μεμβράνη που περιβάλλει τον νωτιαίο μυελό. Αυτό διαπιστώνει μελέτη που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο Anesthesiology 2026.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι ασθενείς με περιορισμένη γνώση αγγλικών είχαν περίπου 70% μικρότερες πιθανότητες να υποβληθούν σε επισκληρίδιο αιματική επισκληρίδιο έμπλαστρο (epidural blood patch), την καθιερωμένη θεραπεία για μέτριας έως σοβαρής έντασης κεφαλαλγία μετά από τρώση της σκληράς μήνιγγας. Οι πονοκέφαλοι αυτοί μπορεί να εμφανιστούν μετά από επισκληρίδιο ή ραχιαία αναισθησία, όταν, σε σπάνιες περιπτώσεις, εγκεφαλονωτιαίο υγρό διαρρέει από μια μικρή οπή στη μεμβράνη που περιβάλλει τον νωτιαίο μυελό. Μπορεί να είναι έντονοι, να επιδεινώνονται όταν η ασθενής κάθεται ή στέκεται και να δυσκολεύουν την ανάρρωση μετά τον τοκετό, μεταξύ άλλων και τη φροντίδα του νεογνού. Στο αιματικό έμπλαστρο χρησιμοποιείται αίμα της ίδιας της ασθενούς για να σφραγιστεί η διαρροή.
«Η γλώσσα δεν πρέπει ποτέ να αποτελεί εμπόδιο στην κατάλληλη φροντίδα», δήλωσε η Heidi Lightfoot, MBBS, FRCA, συγγραφέας της μελέτης και εκπαιδεύτρια αναισθησιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Harvard και στο Mass General Brigham στη Βοστόνη. «Οι ασθενείς πρέπει να αισθάνονται άνετα να ζητούν επαγγελματία διερμηνέα και να ρωτούν για τις θεραπευτικές επιλογές, αλλά η ευθύνη δεν πρέπει να βαραίνει τις ίδιες. Οι ομάδες υγειονομικής περίθαλψης χρειάζεται να διασφαλίζουν ότι κάθε ασθενής λαμβάνει την ίδια έγκαιρη αξιολόγηση και θεραπεία, ανεξάρτητα από τη γλώσσα που μιλά».
Λιγότερες θεραπείες και επισκέψεις παρακολούθησης
Οι ερευνητές ανέλυσαν, με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης και χειροκίνητου ελέγχου των ιατρικών φακέλων, ηλεκτρονικά δεδομένα υγείας από 556 μαιευτικές ασθενείς που διαγνώστηκαν με κεφαλαλγία μετά από τρώση της σκληράς μήνιγγας, σε ένα μεγάλο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, από το 2015 έως το 2025. Από αυτές, 500 δήλωσαν ότι προτιμούσαν τα αγγλικά, ενώ 56 προτιμούσαν άλλη γλώσσα.
Αιματικό έμπλαστρο έλαβαν 372 από τις 500 ασθενείς που μιλούσαν αγγλικά (74,4%), έναντι μόλις 26 από τις 56 με περιορισμένη γνώση αγγλικών (46,4%). Οι τελευταίες είχαν επίσης λιγότερες επισκέψεις παρακολούθησης από αναισθησιολόγο (πέντε έναντι επτά για τις αγγλόφωνες ασθενείς) και μικρότερη διάρκεια παρακολούθησης (τέσσερις ημέρες έναντι πέντε).
Οι συγγραφείς σημείωσαν ότι η μελέτη δεν δείχνει γιατί παρατηρήθηκαν αυτές οι διαφορές. Ωστόσο, τα γλωσσικά εμπόδια μπορεί να επηρεάζουν την επικοινωνία, τις επανεπισκέψεις και τη συνεχιζόμενη παρακολούθηση.
«Σαφή και συνεπή βήματα για τη διάγνωση και τη θεραπεία αυτών των πονοκεφάλων, ενιαία καταγραφή στα ιατρικά αρχεία, ενημερωτικό υλικό σε πολλές γλώσσες και αξιόπιστη πρόσβαση σε επαγγελματίες διερμηνείς είναι πρακτικά μέτρα που μπορούν να λάβουν τα νοσοκομεία για να περιορίσουν αυτή την ανισότητα», δήλωσε η Lightfoot. «Οι αλλαγές αυτές μπορούν να βοηθήσουν ώστε οι διαφορές στη γλώσσα να μη μεταφράζονται σε διαφορές στη φροντίδα».
Οι αποφάσεις για τη θεραπεία πρέπει να λαμβάνονται σε συνεννόηση με τον γιατρό.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/paidi-goneis/episkliridios-anaisthisia-ta-glossika-empodia-mporei-na-periorizoyn-ti-therapeia-toy-ponokefaloy-meta-ton-toketo/24327



