Πήραμε έναν παντρεμένο μεσήλικα, πατέρα δύο παιδιών, και τον αφήσαμε να ζήσει για επτά ολόκληρες ημέρες σαν εργένης. Ό,τι απέμεινε από αυτόν τού ζητήσαμε να αποτυπώσει στο παρακάτω βιωματικό άρθρο. Στη συνέχεια, λέμε να το δωρίσουμε στην επιστήμη.
Η ξανθιά που σκοτώνει με τα σαρκώδη χείλη της, γεμάτα υποσχέσεις, βρίσκεται πεσμένη στα τέσσερα. Τα ψηλοτάκουνα, με τακούνι δώδεκα εκατοστών, είναι στραμμένα προς το ταβάνι, ενώ το εφαρμοστό φόρεμά της αποκαλύπτει σημεία που κανονικά θα έμεναν στη φαντασία. Τα μακριά, μεταξένια μαλλιά της τυλίγουν τα πόδια μου, σαν να ακολουθούν το παράδειγμα της Μαρίας Μαγδαληνής, χριστιανικό μεν, αλλά εξαιρετικά σέξι. Με κοιτάζει στα μάτια, σαν να μου λέει: «Ποτέ δεν περίμενα να μου συμβεί κάτι τέτοιο». Κι όμως, δεν το περίμενε. Το κεφάλι της βρίσκεται στην αγκαλιά μου για έναν και μόνο λόγο: της έβαλα τρικλοποδιά κατά λάθος. Ντροπή και αμηχανία με κατακλύζουν, κι έτσι ζητώ διαρκώς συγγνώμη ενώ τη βοηθώ να σηκωθεί. Ζαλισμένη από την τεκίλα, προσπαθεί να βρει κάπου να ακουμπήσει και, πάνω απ’ όλα, να αποφύγει μια νέα πτώση. Τη βλέπω να διασχίζει το κλαμπ με τόση χάρη, που όποιος δεν γνώριζε ότι θα κάνει τουλάχιστον τρεις εμετούς θα την περνούσε για σωστή Οντρεϊ Χέμπορν.
Και τώρα αναρωτιέται κανείς τι δουλειά έχει ένας άνθρωπος σαν εμένα σε ένα τέτοιο μέρος. Αν το καλοσκεφτώ, όμως, υπάρχουν πολλοί λόγοι. Απόψε, όπως και για ολόκληρη αυτή την εβδομάδα, δεν είμαι ο συνηθισμένος εαυτός μου: συμμετέχω σε ένα επιστημονικό πείραμα. Το «πειραματόζωο» είναι ένας συνηθισμένος σαραντάρης, σε καλή κατάσταση για την ηλικία του, με δύο παιδιά και έναν γάμο που μετρά πάνω από δέκα χρόνια — αρκετά ώστε να νιώθει αιχμάλωτος πολέμου. Το Men’s Health μού έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσω για επτά ημέρες την εργένικη ζωή και όσα συνεπάγεται. Χωρίς σούπερ μάρκετ, χωρίς το «θα γυρίσω όσο πιο νωρίς γίνεται αγάπη μου», χωρίς να χρειάζεται να κατεβάζω το καπάκι της τουαλέτας ή να ακούω «ήρθε η ώρα για ύπνο». Με λίγα λόγια, χωρίς τις ευθύνες και την καθωσπρέπει εικόνα που συνοδεύουν τον έντιμο, μεσήλικο άνδρα.
Η ιδέα, για να είμαστε δίκαιοι, ήταν αρχικά της γυναίκας μου. Η δουλειά της απαιτεί να μετακινείται κατά καιρούς σε άλλες πόλεις, οπότε πρέπει να αναζητούμε κάθε φορά εναλλακτική κατοικία, σχολεία και τρόπο ζωής. Στη συνέχεια, οι άνθρωποι του Men’s Health με κάλεσαν να ζήσω ως εργένης για έναν μήνα, καλύπτοντας τα έξοδα. Μέσα σε μία εβδομάδα, η γυναίκα μου επικοινώνησε με φίλους, γνωστούς και μεσίτες και εντόπισε το κατάλληλο σπίτι. Φρόντισε μαζί μου την επίπλωση, ξεπάγωσε το ψυγείο και αγόρασε πετσέτες. Λίγες μέρες μετά, ήμουν έτοιμος να εγκατασταθώ. Τότε ακριβώς ξεκινά το σεμινάριο.
Μάθημα 1ο: Μην αφήνεις ποτέ τη γυναίκα σου να εξοπλίσει το εργένικο σπίτι σου
Τα πράγματα στο διαμέρισμά μου είναι αναψυκτικά light, μεταλλικό νερό, φρούτα και λαχανικά, ένα φλοράλ σετ πετσετών για την κουζίνα και μπατονέτες. Εκείνα που λείπουν, ενώ θα έπρεπε να υπάρχουν, είναι στερεοφωνικό, τσιπς, μικρά κρουασάν και άλλες λιχουδιές για τις δύσκολες στιγμές, καθώς και μπίρες. Ως τώρα δεν είχα μείνει ποτέ μόνος. Μόλις αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο και έπιασα την πρώτη μου δουλειά, άρχισα να ζω μαζί με τη γυναίκα που είναι σήμερα σύζυγός μου. Δεν στερήθηκα ποτέ το σπιτικό φαγητό, τα καθαρά σεντόνια σε ένα στρωμένο κρεβάτι ή το σεξ. Τι με περιμένει τώρα που καλούμαι να οργανώσω μόνος τη ζωή μου; Η αίσθηση πρέπει να μοιάζει με εκείνη ενός βρομόσκυλου πολυτελείας που ξαφνικά το διώχνουν. Δεν είναι παρομοίωση με ιδιαίτερη λάμψη, αλλά μοιάζει πιο πειστική από το να συγκρίνω τον εαυτό μου με ένα άγριο ζώο, που είχε γίνει κατοικίδιο και αφέθηκε ελεύθερο στη φύση για τις ανάγκες μιας ταινίας.
Ο Bill Route ίσως έχει την απάντηση. Βιολόγος και μελετητής της άγριας ζωής στον διεθνή οργανισμό International Wolf Center, έχει παρατηρήσει κατά καιρούς λύκους που σε νεαρή ηλικία υιοθετούνται από ανθρώπους και στη συνέχεια αφήνονται ελεύθεροι στο δάσος. «Στην αρχή τον ακούει όλη η αγέλη να κλαψουρίζει». Τι συμβαίνει αν φυσήξει τη μύτη του; Θα μπορούσε ποτέ να ζήσει σαν ένας συνηθισμένος λύκος; «Μία φορά να έχει ζήσει με οικογένεια, μετά ποτέ δεν θα μπορέσει να πάει για μεγάλο παιχνίδι», λέει ο Route. «Ή θα σταθεί τυχερός και θα αρπάξει το ελάφι ή το ελάφι θα τον τρυπήσει με τα κέρατά του». «Δηλαδή, ο πρώην κοινωνικοποιημένος λύκος ποτέ δεν θα τα καταφέρει στην άγρια ζωή;», ρωτάω, σχεδόν απογοητευμένος. «Οχι, αν πρέπει να βγει για κυνήγι μόνος του. Οχι ότι η επιβίωση δεν είναι δυνατή. Αυτό που θα τον βοηθούσε είναι η τύχη και να βρίσκεται λεία σε αφθονία γύρω του».
Αφήνω πίσω μου με το βλέμμα τη γυναίκα που σκόνταψε εξαιτίας μου —κατά λάθος, βέβαια— και στρέφομαι στην κοπέλα δίπλα μου. Τη λένε Βίκυ, έχει καστανά μαλλιά και με τραβά έντονα το σημείο όπου σχηματίζεται η καμπύλη του λαιμού της. Αρχίζουμε να μιλάμε και εκείνη αγγίζει κατά διαστήματα το χέρι μου. Της δείχνω και το αριστερό, χωρίς το χρυσό σημάδι που φορούσα καθημερινά τα τελευταία δέκα χρόνια. Για πρώτη φορά αισθάνομαι ότι τα πράγματα κυλούν καλά και πως δεν κάνω τίποτα παράνομο ή αφύσικο. Η εργένικη εβδομάδα, ωστόσο, δεν ξεκίνησε έτσι. Το πρώτο βράδυ που κυκλοφόρησα χωρίς τη βέρα μου, το παράμεσο δάχτυλο φαινόταν αμήχανα γυμνό, σαν να του έλειπε κάτι. Μερικές φορές εκείνη τη νύχτα έψαχνα στο πάτωμα ή στο πεζοδρόμιο, λες και είχα χάσει κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να εντοπίσω πριν επιστρέψω στο συζυγικό κρεβάτι. Κατόπιν άφηνα να βγει όσο περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα μπορούσα, μαζί με την ανακούφιση, όταν θυμόμουν πως το δαχτυλίδι «I do» βρισκόταν ασφαλισμένο στο τρίτο ράφι της κουζίνας, μέσα σε κουτάκι πίσω από τα All Bran.
Το πρώτο εκείνο βράδυ βγήκα μόνος για ένα ποτό, γύρω στις εννιά. Πριν φύγω, τηλεφώνησα στον Γιώργο, έναν απίστευτο τύπο. Μια Απόκριά είχε εμφανιστεί ντυμένος μπαλαρίνα, ώσπου διαπιστώσαμε ότι στο ίδιο πάρτι υπήρχαν άλλες τρεις. Είχαμε χρόνια να συναντηθούμε και μου είχε λείψει. Μου είπε τελικά πως θα πήγαινε θέατρο με τη γυναίκα του. Ήταν η συνηθισμένη δικαιολογία, αλλά έκανα πως τον πίστεψα. Ψάχνοντας αλφαβητικά στην ατζέντα, βρήκα μόνο παντρεμένους φίλους που κάποτε ήταν πολύ κοντά μου και τώρα είχαν κι αυτοί αφήσει τον ρόλο του λυκόσκυλου για εκείνον του πουντλ του σαλονιού. Έτσι, πήγα μόνος. Είχα επιστρέψει σπίτι μέχρι τις έντεκα και μαγείρευα κάτι για να καταπραΰνω την καούρα που είχε προκαλέσει το «This ain’t Jim Beam» στο στομάχι μου, το οποίο διαμαρτυρόταν. Σε αρκετές από τις επόμενες νύχτες ζέσταινα πίτσα και παρακολουθούσα τηλεόραση καθισμένος στο πάτωμα.
Μάθημα 2ο: Το να είσαι μόνος κάνει τη σύντομη περίοδο που περνάς να μοιάζει μόνιμη
Οι τοίχοι είχαν βαφτεί πρόσφατα και τα έπιπλα ήταν καινούργια. Κι όμως, μόλις περνούσαν δυο μέρες στο διαμέρισμά μου, το χάος γινόταν αντικείμενο μελέτης. Για να φτάσει ο χώρος σε αυτή την κατάσταση, ανέσυρα όλες τις κακές συνήθειες των παιδικών μου χρόνων. Κρεμάστρες; Δεν έβλεπα τον λόγο να τις χρησιμοποιήσω. Σαν να μου έστελνε ο προηγούμενος ένοικος μηνύματα, που με παρότρυναν να μην κουβαλώ πιάτα από το καθιστικό στην κουζίνα, αφού κάτι τέτοιο δεν είχε κανένα νόημα. Άλλωστε, ήξερα πως η διαμονή μου εκεί δεν θα κρατούσε για πάντα. Σε αυτή την ιδέα στηρίζεται η νοοτροπία του εργένη: γνωρίζει ότι κάποια στιγμή θα φύγει, ακόμη κι αν είναι ο πιο αμετανόητος και σκληροπυρηνικός. Στο σπίτι όπου ζω συνήθως με την οικογένειά μου, κάθε γωνιά φέρει αποδείξεις της κοινής μας ζωής. Αντίθετα, καθεμιά στο διαμέρισμα αυτό μοιάζει να καθρεφτίζει τη διάθεσή μου και να μετατρέπει την ακαταστασία σε έμβλημα της ψυχικής μου κατάστασης.
Η Βίκυ ζητά συγγνώμη, σηκώνεται, τινάζει τα μαλλιά της προς τα πίσω και με κοιτάζει κατάματα πριν μπει στο μπάνιο. «Μάγκα μου, η γκόμενα σε παίζει», σχολιάζει ο Χρήστος, που εξακολουθεί να μιλά με τη διάλεκτο του Σταμάτη Γαρδέλη στις αθάνατες βιντεοταινίες του ’80. «Είσαι σε καλό δρόμο, ρε. Κοντεύεις». Χρειάζεται τώρα να ξαναδώ τους κανόνες του παιχνιδιού. Μπορώ να μιλάω και να φλερτάρω με άλλες γυναίκες, όμως δεν επιτρέπεται να κάνω κάτι για το οποίο θα πω ψέματα στη γυναίκα μου όταν περάσουν οι επτά μέρες. Παίρνω το τηλέφωνό της και αυτό μετράει ως νίκη. Η Βίκυ επιστρέφει και μετά, σαν να βιώνω εγώ ένα τραγικό γεγονός, παίρνει τις φίλες της και πηγαίνουν σε άλλη γωνία του μαγαζιού. Παρόλο που δεν πήρα το τηλέφωνό της, η βραδιά ήταν εξαιρετικά πετυχημένη. Φλέρταρα όσο χρειαζόταν για να προκύψει συνέχεια. Στο τέλος της βραδιάς ξάπλωσα ευτυχισμένος στο κρεβάτι μου.
Μάθημα 3ο: Όταν είσαι εργένης, οι γυναίκες σε αποσπούν από το να ζεις
«Πες ότι βρίσκεσαι σε ένα δωμάτιο, στο οποίο βρίσκονται δύο άνθρωποι», λέει ο φίλος μου ο Στράτος. «Ο ένας είναι διακεκριμένος, δαφνοστεφανωμένος νομπελίστας ποιητής. Ο άλλος είναι μια χαριτωμένη γυναίκα που δουλεύει σε ένα supermarket. Με ποιον από τους δύο επιλέγεις να μιλήσεις; Οι παντρεμένοι έχουν την επιλογή: θα κυνηγήσουν την πλατωνική συζήτηση, θέλοντας και μη. Οι εργένηδες, από την άλλη, μοιάζουν να είναι οι επιζώντες ενός αεροπορικού δυστυχήματος στην έρημο. Γουστάρουν τη συζήτηση με ενδιαφέρον, αλλά η προτεραιότητα είναι να εξασφαλίσουν φαγητό και τροφή. Για έναν εργένη, λοιπόν, δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που λέγεται ήρεμη νύχτα στο σπίτι», συνεχίζει ο Στράτος, που είναι κι ο ίδιος εργένης. «Αν υπάρχει έστω και μία μικρή προοπτική να γίνει κάτι, να γνωρίσεις μια γυναίκα, την κυνηγάς. Αυτό και μόνο αυτό αποτελεί το φόκους σου».
Την πέμπτη μέρα ξυπνάω πανικόβλητος. Πρέπει να πάω στη δουλειά σαν απόκληρος της ζωής, με τσαλακωμένο πουκάμισο και λεκέ στο παντελόνι. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχω εξαντλήσει τις δυνατότητες με τα εσώρουχα, φορώντας τα και από τις δύο πλευρές. Το απόγευμα, εγώ και τα καινούργια εσώρουχά μου φτάνουμε σε ένα γεύμα για το οποίο έχουμε προσκληθεί. Μετά την επιτυχία με τη Βίκυ, ξέρω πώς να παρουσιάζω τον εαυτό μου. Θυμήθηκα πώς να ξεκινώ κουβέντα με μια γυναίκα που συναντώ για πρώτη φορά, ενώ τώρα καταλαβαίνω για πρώτη φορά πώς ισορροπεί ένας παντρεμένος εργένης. Δηλαδή, εγώ. Είμαι σίγουρος πως θα είναι μια υπέροχη βραδιά. Υπάρχει μόνο ένα μικρό πρόβλημα.
«Με λένε Βανέσσα. Με δύο “σ”». Κάθεται ανάμεσα σε μένα και στον Χρήστο. Η φούστα της είναι λίγο μακρύτερη από την καφέ δερμάτινη ζώνη της γυναίκας μου, ενώ νιώθω τον αστράγαλό της να κυλά κάτω από το τραπέζι πάνω στο παντελόνι μου. Μιλά για τις δύσκολες μέρες στη δικηγορία και για την επιθυμία της να ασχοληθεί με κάτι διαφορετικό, πιο δημιουργικό. Μου αρέσουν όλα όσα λέει, ιδιαίτερα για τρεις λόγους: (1) είναι πολύ όμορφη, (2) είναι παιχνιδιάρα και (3) με ρώτησε αν μπορώ να τη γυρίσω σπίτι.
Τις επόμενες ημέρες περνάμε τον χρόνο γελώντας, ώσπου κάποια στιγμή, για ένα δευτερόλεπτο, αντιλαμβάνομαι ότι έχω περάσει εκείνη τη λεπτή γραμμή. Δεν αρκεί να αποθηκεύσω το τηλέφωνό της στην ατζέντα του κινητού μου, απλώς για να επιβεβαιώσω τα σαράντα κάτι μου χρόνια· ούτε θέλω να επιστρέψω σπίτι και να ζεστάνω πίτσα. Φαντάζομαι υγρά, μαλακά σεντόνια και μια σειρά από γεγονότα που θα ενεργοποιήσουν το βιολογικό μου ρολόι και θα δώσουν στην εργένικη εβδομάδα την υπόσταση που της αξίζει. Ήπιαμε και οι δύο το τελευταίο ποτήρι κρασί και αποχαιρετήσαμε τους υπόλοιπους. Βάζει μια τσίχλα στο στόμα και με ρωτά αν θέλω κι εγώ. Το ασανσέρ φτάνει κι εκείνη πλησιάζει τόσο, ώστε να καταλαβαίνω το μείγμα Chardonnay και μέντας Trident. Μπαίνουμε στο ταξί.
Τα γεγονότα σοβαρεύουν, αλλάζουν οι ισορροπίες και τα δέκα χρόνια γάμου περνούν σε δεύτερο πλάνο. Προσπαθώ να θυμηθώ αν λένε ακόμη «πάμε για ένα τελευταίο ποτό σπίτι σου», με φωνή βραχνή σαν του Joe Cocker· κι αν δεν το λένε, το λέω εγώ. «Δεν νομίζω», μου απαντά εκείνη με περίεργη φωνή. «Α, θες να πάμε κατευθείαν σπίτι σου; Κανένα πρόβλημα». Με κοιτάζει κατάματα και ψιθυρίζει: «Αυτή η μέντα δεν έκανε καθόλου καλό συνδυασμό με το κρασί». Εγώ συνεχίζω απτόητος. «ΟΚ, θες να σταματήσουμε κάπου για να τσιμπήσουμε κάτι;». Γυρίζει ξανά προς το μέρος μου, με τα μάτια της γουρλωμένα για κάποιον ανεξήγητο λόγο: «Θέλω να κάνω εμετό». Το ταξί σταματά μπροστά στο σπίτι μου. Δίνω χρήματα στον οδηγό για να τη μεταφέρει στο δικό της και κατεβαίνω πρώτος. Μπορεί πράγματι να ήταν άρρωστη· μπορεί και να ήθελε απλώς να με ξεφορτωθεί. Μόνος στο διαμέρισμά μου, αποχαιρετώ την αποψινή εμπειρία σαν να της κάνω μνημόσυνο. Η περιπέτεια αυτή μού έμαθε κάτι που δεν θα συνειδητοποιούσα ποτέ στα δέκα χρόνια του έγγαμου βίου μου: είμαι ένα σιχαμερό, αηδιαστικό, άχρωμο, άοσμο και αντιερωτικό πλάσμα, που διώχνει τις γυναίκες. Πίνω δύο μπίρες και με παίρνει ο ύπνος από τη νύστα.
Μάθημα 4ο: οι εργένηδες δεν έχουν συντηρητικά ζωής
Το επόμενο πρωί, καθώς περπατώ, θυμάμαι τι επίδραση έχει ένα πακέτο ασπιρίνες στο συκώτι. Παράλληλα συνειδητοποιώ πως, ακόμη κι αν είμαι παντρεμένος, εξακολουθώ να έχω το δικαίωμα και τη γοητεία να διεκδικήσω μια γυναίκα. Όσο για τη βέρα, αποτελεί αδιάσειστο στοιχείο, σαν να έχω κάποια οφειλή. Αν τη χάσεις, γίνεσαι μια σταγόνα στον ωκεανό· είναι σαν να μην υπάρχει πια κανείς που να μπορεί να συντηρήσει την άσκοπη ζωή σου. Τώρα είμαι βέβαιος πως δεν ήταν εξαρχής γραφτό μου να διαπρέψω ως εργένης. Για το πάρτι της τελευταίας μου νύχτας ως εργένης είμαι καλεσμένος. Περιττεύει να πω ότι αισθάνομαι ήδη ηττημένος και έτοιμος να ξαναπαντρευτώ τη γυναίκα μου.
Ξαφνικά, ένα χέρι ακουμπά στον ώμο μου. Είναι η Βίκυ. Και οι δύο συμφωνούμε πως ήταν καρμικό που συναντηθήκαμε και συζητάμε για λίγο. «Ξέρεις, τις προάλλες δεν κατάφερα να σου δώσω τον αριθμό μου», λέει και βγάζει την κάρτα της. Επιτέλους, μια επιτυχία την κατάλληλη στιγμή, αφού την επομένη ο μικρός λύκος θα έπαιρνε ηττημένος τον δρόμο της επιστροφής, θα άφηνε πίσω την αγέλη και την άγρια ζωή και, με την ουρά στα σκέλια σαν κουτάβι της κακιάς ώρας, θα γύριζε στο πατρικό του. Βάζω το τηλέφωνο στην τσέπη, παίρνω τον δρόμο του γυρισμού και ξεθάβω τη βέρα από το κουτάκι πίσω από τα All Bran. Ξαφνικά, όλα δείχνουν και πάλι σωστά.
Μάθημα 5ο: οι παντρεμένοι είναι πιο τυχεροί
Στο τέλος αυτής της περιπέτειας, καταλαβαίνω κάτι σημαντικότερο από όλα τα υπόλοιπα. Οι παντρεμένοι συχνά φαντασιώνονται πως είναι εργένηδες, ενώ οι εργένηδες ονειρεύονται ότι βρίσκουν γυναίκα και παντρεύονται. Οι παντρεμένοι, όμως, κρατούν έναν άσο: γνωρίζουν καλά πως μπορούν να ξαναγίνουν εργένηδες. Κάποιοι από εμάς βρίσκονται σε αυτή τη θέση χωρίς να το επιθυμούν. Αντίθετα, οι εργένηδες, ιδιαίτερα όταν έχουν φτάσει σε μια ηλικία, δεν είναι βέβαιοι ότι μπορούν να αφήσουν ξαφνικά αυτόν τον τρόπο ζωής και να παντρευτούν. Παίζουν ρόλο η ικανότητα για δέσμευση και η αγωνία μήπως δεν βρεθεί μια γυναίκα που να τους καλύπτει απόλυτα, ώστε να χτίσουν μαζί της το μέλλον τους. Κυρίως, δεν μπορούν να ξέρουν με βεβαιότητα ότι το Men’s Health θα τους χαρίσει μία εβδομάδα εργένικης ζωής. Επίλογος (και όχι επιτάφιος): λίγες ημέρες αργότερα, κάθομαι στο γραφείο μου, που έχει για στολίδι τις φωτογραφίες της γυναίκας μου και των δύο παιδιών μου – παλεύουν με μια γάτα. Είναι Παρασκευή και ετοιμάζω ένα weekend στην εξοχή. Χτυπά το τηλέφωνο. «Βανέσσα; Μμμ, λάθος θα κάνετε».
Αν σε ενδιαφέρει η πλευρά του φλερτ, δες πώς εξελίσσεται βήμα προς βήμα μια γνωριμία: οδηγός για το φλερτ και τη γνωριμία με μια κοπέλα.
Τι απομένει από το πείραμα
Πίσω από το χιούμορ κρύβεται ένα απλό συμπέρασμα: η εργένικη ζωή μοιάζει ελκυστική όταν τη βλέπει κανείς από μακριά, όμως στην πράξη συνοδεύεται από δυσκολίες. Ο συγγραφέας περνά μία εβδομάδα χωρίς τις συνήθειες και τις ευθύνες του γάμου και ανακαλύπτει πόσο σημαντικό στήριγμα αποτελούν για εκείνον.
Τα πέντε μαθήματα συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: η ελευθερία συνοδεύεται από ακαταστασία, μοναξιά και συνεχή ανάγκη για προσοχή. Από την άλλη, ο γάμος προσφέρει σταθερότητα, καθημερινή ρουτίνα και ένα σπίτι όπου κάποιος σε περιμένει. Δεν είναι απαραίτητο να υιοθετήσει κανείς όλες τις σκέψεις του αφηγητή. Το σημαντικό είναι ότι αυτό που φανταζόμαστε σπάνια συμπίπτει με την πραγματικότητα της καθημερινότητας.
Πρόκειται για μια προσωπική αφήγηση με χιουμοριστικό τόνο, όχι για εγχειρίδιο σχέσεων. Διαβάστε την ως ιστορία και όχι ως συμβουλή.
Σύνοψη
Ένας πατέρας που είναι παντρεμένος περνά επτά ημέρες δοκιμάζοντας τη ζωή του εργένη. Έρχεται αντιμέτωπος με ακαταστασία, αμήχανες βραδιές και φλερτ χωρίς συνέχεια. Τελικά συνειδητοποιεί πως η σταθερότητα που προσφέρει ο γάμος αξίζει περισσότερο απ’ όσο νόμιζε.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/fitness/enas-pantremenos-zei-san-ergenis-gia-mia-evdomada-to-peirama-toy/25716




