Ροή ειδήσεων
ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
© 2026 ygeiax.gr

Αναζήτηση

Πατήστε Enter ή κάντε κλικ στο εικονίδιο αναζήτησης

ΥΓΕΙΑ

Μεταστατικός καρκίνος του μαστού: νέες θεραπείες αλλάζουν την αντιμετώπιση

Παρότι ο μεταστατικός καρκίνος δεν θεωρείται ακόμη ιάσιμος, οι εξελίξεις επιτρέπουν καλύτερο μακροπρόθεσμο έλεγχο και προσαρμογή της θεραπείας στα χαρακτηριστικά του όγκου, με στόχο και την ποιότητα ζωής

Μεταστατικός καρκίνος του μαστού: νέες θεραπείες αλλάζουν την αντιμετώπιση

Ο μεταστατικός καρκίνος του μαστού δεν θεωρείται ακόμη ιάσιμος, σε αντίθεση με τα αρχικά στάδια της νόσου. Είναι, όμως, αντιμετωπίσιμος και οι πρόσφατες θεραπευτικές εξελίξεις δίνουν στους γιατρούς περισσότερες δυνατότητες να τον ελέγχουν μακροπρόθεσμα, βελτιώνοντας παράλληλα την ποιότητα ζωής των ασθενών. «Τα τελευταία πέντε έως δέκα χρόνια έχει σημειωθεί πραγματική έκρηξη εξελίξεων, ενώ το 2026 ήταν μια σημαντική χρονιά για τις εγκρίσεις νέων φαρμάκων κατά του μεταστατικού καρκίνου του μαστού», λέει η Eleonora Teplinsky, MD, ογκολόγος στο Valley Health System και συγγραφέας του βιβλίου Beyond the Pink: Navigating Life, Health, and Breast Cancer. «Σημειώνουμε εντυπωσιακή πρόοδο στη θεραπεία, αλλά έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας. Μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, περίπου 40.000 γυναίκες και 500 άνδρες πεθαίνουν κάθε χρόνο από μεταστατικό καρκίνο του μαστού».

Γιατροί, ερευνητές και επιστήμονες σε όλο τον κόσμο επιδιώκουν να βελτιώσουν αυτά τα στοιχεία στο σχετικά κοντινό μέλλον. Τρεις σημαντικοί τομείς προόδου έχουν ήδη αλλάξει τον τρόπο αντιμετώπισης της νόσου.

Μοριακές εξετάσεις και υγρές βιοψίες

Η αντιμετώπιση του μεταστατικού καρκίνου του μαστού έχει ξεπεράσει τη συμβατική χημειοθεραπεία και στρέφεται προς την ιατρική ακριβείας. Αντί για μια ενιαία προσέγγιση, οι θεραπείες προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά του καρκίνου, με βάση συγκεκριμένους βιοδείκτες στα καρκινικά κύτταρα. Οι βιοδείκτες εντοπίζονται με μοριακές εξετάσεις, που ονομάζονται και εξετάσεις βιοδεικτών. «Οι μοριακές εξετάσεις είναι εξαιρετικά σημαντικές, ιδιαίτερα στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού. Στόχος είναι να κατανοήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τον καρκίνο, ποιες οδοί και ποιες μεταλλάξεις οδηγούν στην ανάπτυξη και την εξάπλωσή του», λέει η δρ Teplinsky.

Η εξέταση δειγμάτων καρκινικού ιστού δεν είναι κάτι καινούργιο. Όταν διαγιγνώσκεται καρκίνος του μαστού, η παθολογοανατομική έκθεση από τη βιοψία παρέχει σημαντικές πληροφορίες, όπως τον τύπο και τον βαθμό του καρκίνου, καθώς και το αν τα καρκινικά κύτταρα έχουν γνωστούς βιοδείκτες που επηρεάζουν την επιλογή θεραπείας. Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι υποδοχείς οιστρογόνων και προγεστερόνης και η πρωτεΐνη HER2. Σήμερα, όμως, οι μοριακές εξετάσεις μπορούν να αποκαλύψουν περισσότερες λεπτομέρειες για τον καρκίνο σε κυτταρικό επίπεδο και στο DNA. «Δεν μπορείς πάντα να προβλέψεις τη συμπεριφορά ενός καρκίνου μόνο από την παθολογοανατομική έκθεση και τις απεικονιστικές εξετάσεις. Οι μοριακές εξετάσεις μάς επιτρέπουν να εξατομικεύσουμε όσο γίνεται περισσότερο το θεραπευτικό πλάνο», σημειώνει.

Οι εξετάσεις αυτές μπορούν επίσης να αξιοποιούν αλληλούχηση νέας γενιάς, με την οποία αναλύονται υπολογιστικά εκατοντάδες γονίδια. Έτσι μπορεί να εντοπιστούν γονιδιακές μεταλλάξεις που ενδέχεται να βοηθούν τον καρκίνο να αναπτύξει αντοχή σε ορισμένα φάρμακα. «Ο μόνος τρόπος να το γνωρίζουμε είναι οι μοριακές εξετάσεις, όμως δεν χρησιμοποιούνται όσο θα έπρεπε», λέει η δρ Teplinsky. «Στους λόγους περιλαμβάνονται το κόστος, οι δυσκολίες με την ασφαλιστική κάλυψη, τα εμπόδια για τους κλινικούς γιατρούς και στις διαδικασίες εργασίας, η περιορισμένη ενημέρωση των ασθενών —σημαντικό ρόλο παίζει και ο γραμματισμός σε θέματα υγείας— καθώς και οι συστημικές ανισότητες, εξαιτίας των οποίων εξετάζονται λιγότερο οι ασθενείς από μειονοτικές ομάδες, οι μεγαλύτερης ηλικίας και όσοι έχουν χαμηλό εισόδημα».

Η μοριακή εξέταση μπορεί να γίνει κατά την αρχική βιοψία, αργότερα με τη χρήση ιστού από την ίδια ή από άλλη βιοψία, ή με εξέταση αίματος που ονομάζεται υγρή βιοψία. «Θα προέτρεπα τα άτομα με μεταστατικό καρκίνο του μαστού να ρωτούν τακτικά: “Έχω κάνει μοριακή εξέταση και χρειάζεται να την επαναλάβω; Χρειάζομαι υγρή βιοψία και πότε θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να την κάνω;”», λέει.

Νεότερες ενδοκρινικές θεραπείες

Περίπου τέσσερις στους πέντε καρκίνους του μαστού είναι θετικοί σε ορμονικούς υποδοχείς (HR+), δηλαδή η οιστρογόνος ή/και η προγεστερόνη συμβάλλουν στην ανάπτυξή τους. Η αρχική θεραπεία συνήθως βασίζεται στην ορμονοθεραπεία, η οποία στερεί από τον καρκίνο τις ορμόνες που χρειάζεται για να αναπτυχθεί. «Συνήθως χορηγούμε μια κατηγορία φαρμάκων που ονομάζονται αναστολείς αρωματάσης και εμποδίζουν την παραγωγή οιστρογόνων», λέει η δρ Teplinsky.

Ωστόσο, έως και το 36% των ατόμων που λαμβάνουν θεραπεία για μεταστατικό καρκίνο του μαστού HR+ αναπτύσσουν τελικά μετάλλαξη στο γονίδιο ESR1, η οποία καθιστά τα καρκινικά κύτταρα ανθεκτικά σε ορισμένα φάρμακα. Έτσι, οι αναστολείς αρωματάσης μπορεί να πάψουν να είναι αποτελεσματικοί. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ερευνητές αναζητούν νέους τρόπους αντιμετώπισης του καρκίνου του μαστού με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς, με σημαντικές εξελίξεις στον τομέα των νεότερων ενδοκρινικών θεραπειών.

Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις είναι η εμφάνιση των από του στόματος SERD, δηλαδή των εκλεκτικών αποδομητών των υποδοχέων οιστρογόνων. «Αντί να μπλοκάρουν τα ίδια τα οιστρογόνα, οι SERD μπλοκάρουν και αποδομούν τους υποδοχείς οιστρογόνων στα καρκινικά κύτταρα», εξηγεί η δρ Teplinsky. «Αν υπάρχουν οιστρογόνα αλλά δεν υπάρχει υποδοχέας για να προσδεθούν, το καρκινικό κύτταρο πεθαίνει, επειδή δεν μπορεί να πάρει την “τροφή” του».

Ένας παλαιότερος SERD, η φουλβεστράντη, χορηγούνταν ως ενδομυϊκή ένεση μία φορά τον μήνα. Οι νεότεροι SERD, ελακεστράντη και ιμλουνεστράντη, λαμβάνονται σε μορφή χαπιού, ενώ αναπτύσσονται και άλλοι SERD και νέες ενδοκρινικές θεραπείες. Συχνά, οι από του στόματος SERD συνδυάζονται με στοχευμένες θεραπείες, όπως οι αναστολείς CDK4/6, για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας. «Έχουμε πλέον περισσότερες επιλογές για τον καρκίνο του μαστού με θετικούς ορμονικούς υποδοχείς όταν δεν αποδίδουν οι θεραπείες πρώτης ή δεύτερης γραμμής. Αυτό μάς επιτρέπει να παραμένουμε στη φάση της ορμονικής θεραπείας, αντί να περνάμε στη χημειοθεραπεία», λέει.

Συζεύγματα αντισώματος-φαρμάκου

Τα συζεύγματα αντισώματος-φαρμάκου (ADC), που έχουν αποκαλεστεί «έξυπνη χημειοθεραπεία», «έξυπνες βόμβες» και «βιολογικοί πύραυλοι», εντοπίζουν και καταστρέφουν τα καρκινικά κύτταρα με έναν διαφορετικό τρόπο. Σε αντίθεση με τη συμβατική χημειοθεραπεία, η οποία κυκλοφορεί σε όλο το σώμα και σκοτώνει κύτταρα που πολλαπλασιάζονται γρήγορα, μεταξύ των οποίων και υγιή, τα ADC χρησιμοποιούν μονοκλωνικά αντισώματα —πρωτεΐνες που παρασκευάζονται στο εργαστήριο και μιμούνται τα αντισώματα του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα αντισώματα προσδένονται σε συγκεκριμένες πρωτεΐνες στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων και απελευθερώνουν μικρές ποσότητες ισχυρής χημειοθεραπείας απευθείας σε αυτά. «Εξακολουθεί να είναι χημειοθεραπεία, αλλά είναι πολύ εστιασμένη και στοχευμένη», λέει η δρ Teplinsky.

Τα ADC χορηγούνται κυρίως ενδοφλεβίως και αρχικά χρησιμοποιήθηκαν για τη θεραπεία του 15%-20% των περιπτώσεων καρκίνου του μαστού που είναι θετικές στην HER2. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα καρκινικά κύτταρα έχουν υποδοχείς για την πρωτεΐνη HER2, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολικά γρήγορη ανάπτυξη και διαίρεσή τους. Σήμερα, τα ADC χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για όλους τους τύπους μεταστατικού καρκίνου του μαστού. Στοχεύουν διαφορετικές πρωτεΐνες που εντοπίζονται με μοριακές εξετάσεις, μεταξύ των οποίων και η Trop-2.

Τα ADC που στοχεύουν την Trop-2 δημιουργούν νέες ελπιδοφόρες επιλογές για τον μεταστατικό τριπλά αρνητικό καρκίνο του μαστού (mTNBC). Πρόκειται για επιθετική μορφή της νόσου, στην οποία απουσιάζουν οι υποδοχείς οιστρογόνων και προγεστερόνης, καθώς και η πρωτεΐνη HER2, με αποτέλεσμα να είναι διαθέσιμες λιγότερες στοχευμένες θεραπείες.

Περισσότερες θεραπευτικές επιλογές

Οι εξελιγμένες εξετάσεις και οι στοχευμένες θεραπείες δεν προσφέρουν μόνο νέους τρόπους καθυστέρησης της εξέλιξης του καρκίνου. Μπορούν επίσης να διευκολύνουν τη ζωή με τη νόσο, περιορίζοντας τις παρενέργειες και τις δυσκολίες στον προγραμματισμό που συνδέονται με την παραδοσιακή ενδοφλέβια χημειοθεραπεία. Καθώς η επιστήμη προοδεύει με γρήγορους ρυθμούς, η αντιμετώπιση του μεταστατικού καρκίνου του μαστού απαιτεί προσεκτικές αποφάσεις για το ποιες θεραπείες θα χρησιμοποιηθούν, σε ποιους συνδυασμούς και με ποια σειρά, ώστε το όφελος να διαρκέσει όσο το δυνατόν περισσότερο.

Ανεξάρτητα από το θεραπευτικό πλάνο, οι άνθρωποι που ζουν με μεταστατικό καρκίνο του μαστού έχουν σήμερα περισσότερους λόγους να αισθάνονται αισιοδοξία, χάρη στην υποστήριξη της επιστήμης. Οι αποφάσεις για την αντιμετώπιση της νόσου λαμβάνονται πάντα σε συνεργασία με τον θεράποντα γιατρό.

Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/health/metastatikos-karkinos-toy-mastoy-nees-therapeies-allazoyn-tin-antimetopisi/28385

NETWORK