Μια μελέτη ερευνητών από το Ηνωμένο Βασίλειο δείχνει ότι οι αυξήσεις του σακχάρου στο αίμα, κυρίως μετά την κατανάλωση υδατανθράκων, ενδέχεται να σχετίζονται με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ. Ειδικότερα, η πιθανότητα εμφάνισης της νόσου ήταν κατά 69% υψηλότερη σε άτομα με γονίδια που συνδέονται με αυξημένο σάκχαρο μετά τα γεύματα.
Παρότι εντοπίστηκε ισχυρή συσχέτιση, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν έχει τεκμηριωθεί σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Χρειάζονται, επομένως, περισσότερες μελέτες για να αποσαφηνιστούν οι βιολογικοί μηχανισμοί της σύνδεσης. Ο έλεγχος της γλυκόζης μπορεί να έχει καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη ή στη διαχείριση της Αλτσχάιμερ, ιδίως για όσους έχουν γενετική προδιάθεση.
Ερευνητές από το Ηνωμένο Βασίλειο εντόπισαν συσχέτιση ανάμεσα στην προδιάθεση για υψηλότερο σάκχαρο και στον κίνδυνο εμφάνισης της Αλτσχάιμερ, της συχνότερης μορφής άνοιας.
Ορισμένες τροφές, όπως όσες περιέχουν απλούς υδατάνθρακες ή πρόσθετα σάκχαρα, μπορούν να ανεβάσουν το σάκχαρο στο αίμα. Αντίστοιχες αυξήσεις ενδέχεται να προκύψουν και από άλλους παράγοντες, μεταξύ των οποίων το άγχος και η άσκηση. Οι διακυμάνσεις της γλυκόζης συνδέονται συνήθως με τον διαβήτη και τον μεταβολισμό, όμως ολοένα περισσότερες έρευνες διερευνούν τη σχέση τους με άλλες πλευρές της υγείας.
Οι επαναλαμβανόμενες αυξήσεις του σακχάρου σε βάθος χρόνου, για παράδειγμα, ενδέχεται να ενισχύσουν τον κίνδυνο καρδιοπάθειας. Έρευνες έχουν επίσης καταγράψει σύνδεση ανάμεσα στο υψηλό σάκχαρο, τον διαβήτη τύπου 2, την αντίσταση στην ινσουλίνη και τη χειρότερη υγεία του εγκεφάλου. Οι επιστήμονες, ωστόσο, δεν έχουν ακόμη ξεκαθαρίσει τους μηχανισμούς που μπορεί να βρίσκονται πίσω από αυτή τη συσχέτιση.
Στην έρευνα, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Diabetes, Obesity and Metabolism, οι επιστήμονες αξιολόγησαν στοιχεία από 357.883 άτομα ηλικίας 40 έως 69 ετών.
Η μελέτη δεν βασίστηκε σε συγκεκριμένες μετρήσεις σακχάρου στο αίμα, αλλά στην αναζήτηση γονιδίων που σχετίζονται με υψηλότερη γλυκόζη μετά το γεύμα. Αυτή η μέθοδος έχει το πλεονέκτημα ότι εξωτερικοί προς τη γενετική παράγοντες, όπως το περιβάλλον και η κατάσταση της υγείας, δεν επηρεάζουν τα αποτελέσματα.
Οι ερευνητές εξέτασαν ανθρώπους με γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
- Το σάκχαρο στο αίμα δύο ώρες μετά το γεύμα
- Το σάκχαρο σε νηστεία
- Την αντίσταση στην ινσουλίνη
- Την ινσουλίνη σε νηστεία
Τα στοιχεία έδειξαν ότι όσοι έχουν γονίδια που σχετίζονται με υψηλότερο σάκχαρο μετά το φαγητό παρουσιάζουν 69% μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν τη νόσο Αλτσχάιμερ.
«Τα γονίδια που συνδέονται με μεγαλύτερες αυξήσεις της γλυκόζης μετά τα γεύματα εμφανίζονται κατά μέσο όρο στο 40% του πληθυσμού. Οι επιδράσεις τους μπορεί πράγματι να εκδηλωθούν στην πραγματική ζωή σε άτομα που τείνουν να έχουν υψηλότερες κορυφώσεις της γλυκόζης μετά από κατανάλωση υδατανθράκων ή/και πιο αργή επιστροφή στις κανονικές τιμές μετά το φαγητό. Αυτό μπορεί να εξηγεί το γιατί ένα άτομο βλέπει μεγαλύτερη αύξηση της γλυκόζης καταναλώνοντας το ίδιο φαγητό σε σχέση με κάποιο άλλο», εξηγούν οι επιστήμονες.
Ποιοι μηχανισμοί μπορεί να βρίσκονται πίσω από τη συσχέτιση;
Παράλληλα, οι επιστήμονες αξιολόγησαν μαγνητικές τομογραφίες (MRI) εγκεφάλου, αναζητώντας ενδεχόμενες δομικές μεταβολές που σχετίζονται με διαφορετικά χαρακτηριστικά του σακχάρου στο αίμα.
Η Αλτσχάιμερ, όπως και άλλες μορφές άνοιας, συνδέεται συνήθως με αλλαγές σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου, οι οποίες είναι ορατές στις μαγνητικές τομογραφίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν διαπιστώθηκε σύνδεση ανάμεσα στα προβλεπόμενα επίπεδα σακχάρου πριν ή μετά το φαγητό και στις εγκεφαλικές μεταβολές. Έτσι, οι συγγραφείς εκτιμούν ότι η πιθανή σχέση ανάμεσα στο σάκχαρο και τη νόσο Αλτσχάιμερ δεν φαίνεται να οφείλεται σε απώλεια εγκεφαλικών κυττάρων και των μεταξύ τους συνδέσεων.
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι το επόμενο βήμα είναι να μελετηθεί η σχέση ανάμεσα στις αυξήσεις του σακχάρου στο αίμα και στους παθολογικούς δείκτες της νόσου Αλτσχάιμερ, ώστε να διερευνηθεί ποιος μηχανισμός ενδέχεται να εμπλέκεται.
Μεταξύ των πιθανών εξηγήσεων για τη συσχέτιση, οι ερευνητές αναφέρουν, μεταξύ άλλων, τους εξής μηχανισμούς:
- Φλεγμονώδεις αντιδράσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν «ζημιά» στα μικρά αιμοφόρα αγγεία
- φλεγμονή στον εγκέφαλο, στην οποία μπορεί να συμβάλλει το υψηλό σάκχαρο στο αίμα
- «Ζημιά» στον αιματοεγκεφαλικό φραγμό εξαιτίας μεταβολικών προβλημάτων
Γενετική προδιάθεση για υψηλό σάκχαρο και Αλτσχάιμερ: γιατί χρειάζεται περισσότερη έρευνα
Οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα, προκειμένου να επιβεβαιωθεί πως τα ευρήματα δεν αφορούν ένα μεμονωμένο περιστατικό.
«Πρώτα πρέπει να επαναλάβουμε αυτά τα αποτελέσματα σε άλλους πληθυσμούς για να επιβεβαιώσουμε τη σύνδεση και να κατανοήσουμε καλύτερα τη βασική βιολογία», δήλωσε η Vicky Garfield, μία εκ των συγγραφέων της μελέτης από το πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ.
«Αν [τα ευρήματα της μελέτης] επιβεβαιωθούν, αυτό δεν σημαίνει ότι οι αυξήσεις του σακχάρου προκαλούν Αλτσχάιμερ, αλλά θα μπορούσε να δικαιολογήσει μελλοντικές κλινικές δοκιμές και να οδηγήσει σε στρατηγικές πρόληψης που θα δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στη διαχείριση του σακχάρου μετά τα γεύματα ως έναν ενδεχομένως τροποποιήσιμο παράγοντα για την υγεία του εγκεφάλου», κατέληξε.
Με άλλα λόγια, η μελέτη διαπίστωσε ότι όσοι έχουν γονίδια που προκαλούν υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης μετά το φαγητό αντιμετωπίζουν 69% μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν τη νόσο Αλτσχάιμερ. Η συσχέτιση, ωστόσο, δεν αποδεικνύει κατ’ ανάγκη σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Επομένως, οι αυξήσεις του σακχάρου δεν αποτελούν από μόνες τους την αιτία του Αλτσχάιμερ, αλλά ενδέχεται να συνιστούν παράγοντα κινδύνου.
Δεν είναι, λοιπόν, δυνατό να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ότι το σάκχαρο προκαλεί Αλτσχάιμερ. Τα αποτελέσματα, πάντως, υποδεικνύουν ότι η ρύθμιση των αυξήσεων της γλυκόζης ίσως έχει σημασία για την πρόληψη ή τη διαχείριση της νόσου, τουλάχιστον για όσους έχουν γενετική προδιάθεση.
Συμπερασματικά
- Μελέτη από το Ηνωμένο Βασίλειο συσχετίζει την άνοδο της γλυκόζης στο αίμα μετά την κατανάλωση υδατανθράκων με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ.
- Η πιθανότητα εμφάνισης της νόσου είναι κατά 69% υψηλότερη για άτομα με γονίδια που προκαλούν αυξημένα επίπεδα γλυκόζης.
- Παρά την ισχυρή συσχέτιση, αιτιώδης σχέση δεν έχει τεκμηριωθεί και χρειάζεται περαιτέρω έρευνα.
- Πιθανοί μηχανισμοί που διερευνούν οι ερευνητές περιλαμβάνουν τη φλεγμονή και τις βλάβες στα αιμοφόρα αγγεία.
- Η ρύθμιση της γλυκόζης ενδέχεται να συμβάλλει στην πρόληψη ή τη διαχείριση της νόσου, κυρίως σε άτομα με γενετική προδιάθεση.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/health/apotomes-ektinaxeis-glykozis-megalyteri-apeili-altschaimer/19074



