Πάνω από πέντε χρόνια από την εμφάνιση του κορονοϊού στις ΗΠΑ, οι θάνατοι συνεχίζονται, με περίπου 350 ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους από COVID-19 κάθε εβδομάδα. Παρότι οι απώλειες έχουν μειωθεί σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, ο ιός εξακολουθεί να απειλεί τις ευπαθείς ομάδες, εξαιτίας κυρίως της χαμηλής εμβολιαστικής κάλυψης, της εξασθένησης της ανοσίας και της περιορισμένης πρόσβασης σε θεραπείες.
Οι ειδικοί επισημαίνουν πως ο εμβολιασμός έχει καθοριστική σημασία, καθώς το επικαιροποιημένο εμβόλιο έχει λάβει μόλις το 23% των ενηλίκων. Στην αύξηση των θανάτων συμβάλλει και η καθυστέρηση στη διάγνωση και τη θεραπεία, αφού πολλοί ασθενείς δεν απευθύνονται εγκαίρως σε γιατρό.
Έχουν περάσει περισσότερα από πέντε χρόνια από τα πρώτα κρούσματα covid στις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο εκατοντάδες άνθρωποι εξακολουθούν να πεθαίνουν κάθε εβδομάδα.
Με βάση τα στοιχεία των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC), τον προηγούμενο μήνα καταγράφηκαν κατά μέσο όρο περίπου 350 θάνατοι την εβδομάδα από COVID. Παρά το υψηλό επίπεδο, οι θάνατοι έχουν μειωθεί σημαντικά σε σύγκριση με την κορύφωση των 25.974 την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2021, αλλά και με τους εβδομαδιαίους αριθμούς που καταγράφονταν σε παλαιότερες ανοιξιάτικες περιόδους, σύμφωνα με το CDC.
Ειδικοί της δημόσιας υγείας δήλωσαν στο ABC News ότι η εικόνα στις ΗΠΑ έχει βελτιωθεί αισθητά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αλλά ο covid εξακολουθεί να συνιστά απειλή για τις ευπαθείς ομάδες.
«Το γεγονός ότι εξακολουθούμε να βλέπουμε θανάτους σημαίνει ότι ο ιός εξακολουθεί να κυκλοφορεί και ότι ο κόσμος εξακολουθεί να κολλάει», δήλωσε ο δρ Τόνι Μούντι, καθηγητής παιδιατρικής στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Duke.
Όπως ανέφεραν οι ειδικοί, οι θάνατοι από τον ιό συνεχίζονται για πολλούς λόγους. Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα χαμηλά ποσοστά εμβολιασμού, η εξασθένηση της ανοσίας και η ανεπαρκής πρόσβαση σε θεραπείες.
Χαμηλά ποσοστά εμβολιασμού και εξασθένηση της ανοσίας
Για την περίοδο 2024–25, στοιχεία του CDC δείχνουν ότι έως την εβδομάδα που έληξε στις 26 Απριλίου είχε εμβολιαστεί με το επικαιροποιημένο εμβόλιο κατά της COVID μόλις το 23% των ενηλίκων άνω των 18 ετών.
Την ίδια χρονική περίοδο, το ποσοστό εμβολιασμού στα παιδιά ήταν μόλις 13%.
Ο δρ Γκρέγκορι Πόλαντ, ειδικός στην εμβολιολογία και πρόεδρος του Atria Research Institute, που ασχολείται με την πρόληψη ασθενειών, ανέφερε ότι ο αριθμός όσων εμβολιάζονται πιθανότατα δεν επαρκεί και αυτό συμβάλλει στους εβδομαδιαίους θανάτους από COVID.
Πρόσθεσε, πάντως, πως ακόμη και μετά τον εμβολιασμό, ορισμένοι ενδέχεται να μην αποκτούν αρκετά ισχυρή ανοσιακή απόκριση.
«Υπάρχουν άτομα που ενδέχεται να έχουν γενετική προδιάθεση ώστε να μην ανταποκρίνονται καλά στο εμβόλιο. Αυτό είναι κάτι που έχω μελετήσει και με άλλα εμβόλια για ιούς», δήλωσε στο ABC News. «Το πιο σύνηθες πρόβλημα είναι ότι κάποιος είναι ανοσοκατεσταλμένος και δεν μπορεί να ανταποκριθεί σωστά.»
Ο Πόλαντ υπογράμμισε επίσης ότι η προστασία που προσφέρουν τα εμβόλια εξασθενεί όσο περνά ο χρόνος, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο μόλυνσης. Για τον λόγο αυτό, η ισχύουσα σύσταση για τους άνω των 65 ετών είναι να κάνουν δύο δόσεις του επικαιροποιημένου εμβολίου μέσα σε διάστημα έξι μηνών.
«Ένας ακόμη λόγος για τους θανάτους από COVID είναι το γήρας, αυτό που αποκαλούμε «ανοσογήρανση», δηλαδή η μειωμένη ικανότητα του ανοσοποιητικού να ανταποκρίνεται όπως στα 30 ή τα 40», είπε.
Τα στοιχεία του CDC καταγράφουν σήμερα τον υψηλότερο ρυθμό θανάτων από COVID στους ανθρώπους ηλικίας 75 ετών και άνω: 4,66 θάνατοι ανά 100.000 πληθυσμού.
Περιορισμένη πρόσβαση στις θεραπείες για την COVID
Για την αντιμετώπιση της COVID-19 διατίθενται αντιικά χάπια, μεταξύ των οποίων το molnupiravir, που παράγεται από τις Merck και Ridgeback Biotherapeutics, και το Paxlovid της Pfizer.
Η λήψη και των δύο φαρμάκων πρέπει να ξεκινήσει μέσα σε πέντε ημέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων και διαρκεί πέντε ημέρες, με δύο δόσεις ημερησίως. Το πρώτο χορηγείται σε τέσσερα χάπια ανά δόση και το δεύτερο σε τρία.
Στις διαθέσιμες επιλογές περιλαμβάνεται και το remdesivir, ένα φάρμακο που χορηγείται ενδοφλέβια και πρέπει να αρχίσει να λαμβάνεται εντός επτά ημερών από την εμφάνιση των συμπτωμάτων.
«Πιστεύω ότι δεν αξιοποιούμε απαραίτητα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα εργαλεία που διαθέτουμε», δήλωσε ο Μούντι. «Έχω μιλήσει με ανθρώπους που πήραν φάρμακα όταν κόλλησαν COVID και είχαν τεράστια διαφορά… Τα δεδομένα από τις δοκιμές δείχνουν ξεκάθαρα ότι τα φάρμακα είναι αποτελεσματικά.»
Κατά την εκτίμησή του, τα φάρμακα δεν χρησιμοποιούνται στον βαθμό που θα ήταν δυνατό ούτε χορηγούνται σε όλους όσοι θα μπορούσαν πραγματικά να ωφεληθούν.
Ο Μούντι ανέφερε ακόμη ότι ορισμένοι ασθενείς μπορεί να έχουν συμπτώματα, αλλά να απευθύνονται σε γιατρό μόνο όταν αυτά χειροτερέψουν. Υπάρχουν επίσης άτομα που ίσως δεν υποβάλλονται σε τεστ και, ως εκ τούτου, δεν λαμβάνουν έγκαιρα διάγνωση.
«Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν άνθρωποι που είναι μολυσμένοι αλλά δεν εντοπίζονται ούτε λαμβάνουν θεραπεία», δήλωσε. Επισήμανε, πάντως, πως δεν είναι απαραίτητος ο τακτικός έλεγχος για όλους· συχνότερα τεστ χρειάζονται μόνο όσοι ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου.
Συνοπτικά
- Πέντε χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του ιού, στις ΗΠΑ καταγράφονται κάθε εβδομάδα πάνω από 350 θάνατοι από COVID-19.
- Η περιορισμένη εμβολιαστική κάλυψη συμβάλλει στην αύξηση των θανάτων: το επικαιροποιημένο εμβόλιο έχει γίνει μόλις από το 23% των ενηλίκων.
- Η εξασθένηση της ανοσίας μετά τον εμβολιασμό και η ανεπαρκής πρόσβαση σε θεραπείες επιβαρύνουν την εικόνα, ενώ πολλοί ασθενείς καθυστερούν να ζητήσουν ιατρική φροντίδα.
- Τον υψηλότερο δείκτη θνησιμότητας από COVID-19 έχουν οι άνω των 75 ετών, εξαιτίας της «ανοσογήρανσης» και της εξασθενημένης άμυνας του ανοσοποιητικού συστήματος.
- Οι υπάρχουσες θεραπείες κατά της COVID-19 δεν χρησιμοποιούνται όσο θα μπορούσαν, καθώς πολλοί ασθενείς δεν λαμβάνουν εγκαίρως την αναγκαία φαρμακευτική αγωγή.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/health/koronoios-giati-therizei-akomi-ekatontades-zoes-stis-ipa-kathe-evdomada/8179



