Τα ελληνικά νοσοκομεία βρίσκονται αντιμέτωπα με αυξανόμενες ψηφιακές απειλές, καθώς οι κυβερνοεπιθέσεις σε φορείς υγείας έχουν ενισχυθεί σημαντικά και τα νοσοκομεία συγκαταλέγονται στους ιδιαίτερα ευάλωτους οργανισμούς. Παρότι έχει προχωρήσει η ενημέρωση και η ανάπτυξη πολιτικών ασφαλείας, πολλά νοσοκομεία εξακολουθούν να μην είναι επαρκώς έτοιμα να αντιμετωπίσουν τέτοιες επιθέσεις, κυρίως εξαιτίας παλαιών συστημάτων και ελλιπούς εκπαίδευσης του προσωπικού.
Συχνότερα καταγράφονται επιθέσεις ransomware και παραβιάσεις δεδομένων, οι οποίες έχουν κυρίως οικονομικά κίνητρα. Παράλληλα, νέα προγράμματα και κανονισμοί αποσκοπούν στην ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας στον ελληνικό χώρο της υγείας.
Το 2024, πάροχος εργαστηριακών υπηρεσιών στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο οποίος συνεργάζεται με το Εθνικό Σύστημα Υγείας της χώρας (NHS), έγινε στόχος κυβερνοεπίθεσης. Η ενέργεια των χάκερ διέκοψε τη λειτουργία εργαστηρίων αίματος και συναφών υπηρεσιών σε μεγάλα νοσοκομεία του Λονδίνου, μεταξύ των οποίων το «King’s College Hospital». Καταγράφηκε, επίσης, ο θάνατος ενός ανθρώπου, που αποδόθηκε στην καθυστέρηση χορήγησης κρίσιμων αποτελεσμάτων εξετάσεων. Επρόκειτο για ένα από τα πρώτα επίσημα περιστατικά κυβερνοεπίθεσης με άμεση επίδραση στην έκβαση της υγείας ασθενούς.
Η επίθεση οδήγησε ακόμη στην ακύρωση ή μετάθεση πάνω από 10.000 ραντεβού και εξετάσεων, ενώ οι πληροφορίες που εκλάπησαν υπολογίζεται ότι έφτασαν τα 400 GB (γιγαμπάιτ) ευαίσθητων στοιχείων ασθενών. Οι ομάδες ransomware* θεωρούν, δυστυχώς, τα νοσοκομεία φορείς που είναι ιδιαίτερα πιθανό να καταβάλουν λύτρα. Τα ιατρικά δεδομένα έχουν μεγάλη αξία και στη μαύρη αγορά κοστίζουν πολλαπλάσια από τα στοιχεία πιστωτικών καρτών, καθώς μπορούν, μεταξύ άλλων, να αξιοποιηθούν σε ασφαλιστικές απάτες, κλοπή ταυτότητας, κοινωνική μηχανική** και στοχευμένους εκβιασμούς ασθενών.
Στο ΑΠΕ-ΜΠΕ μιλά για τα παραπάνω ο δρ Κωνσταντίνος Βότης, κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΙΠΤΗΛ) του Εθνικού Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ) και επιστημονικός υπεύθυνος του έργου «CyberCare» στο νοσοκομείο «Παπαγεωργίου» της Θεσσαλονίκης, όπου συντονιστής ήταν ο δρ Δημήτριος Τζοβάρας. Όπως επισημαίνει, δεν υπάρχουν διαθέσιμα πλήρη και επίσημα στοιχεία για τις κυβερνοεπιθέσεις σε ελληνικά νοσοκομεία κατά το 2024-2025, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. (Σημειώνεται, πάντως, ότι είχε γίνει γνωστό πως το ΑΧΕΠΑ στη Θεσσαλονίκη δέχτηκε κυβερνοεπίθεση τον Νοέμβριο του 2024, με αποτέλεσμα να μην είναι προσωρινά δυνατή η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο του.)
Έως 1.700 κυβερνοεπιθέσεις την εβδομάδα σε ελληνικούς φορείς
«Αν και υπάρχει γενικευμένη αύξηση των κυβερνοεπιθέσεων σε ελληνικούς οργανισμούς –συμπεριλαμβανομένων και των νοσοκομείων– δεν μπορεί να αποδοθεί με ακρίβεια ποιες και πόσες από αυτές στόχευαν το σύστημα υγείας.»
αναφέρει ο δρ Βότης. Οι ελληνικοί φορείς δέχονται κάθε εβδομάδα περίπου 1.600–1.700 κυβερνοεπιθέσεις, επίδοση που συγκαταλέγεται στις υψηλότερες στην Ευρώπη και παρουσιάζει ετήσια άνοδο. Ωστόσο, δεν υπάρχει συστηματική καταγραφή και αναφορά, ιδίως όταν περιστατικά δεν γνωστοποιούνται επίσημα λόγω της ευαίσθητης φύσης τους ή επειδή δεν εντοπίζονται. Σε συνδυασμό με το ότι τα διαθέσιμα δεδομένα είναι γενικά, αυτό δεν επιτρέπει να αποτυπωθούν με σαφήνεια ο αριθμός, η μορφή και η έκβαση των επιθέσεων».
Παρόλα αυτά, οι πληροφορίες από άλλες χώρες είναι ενδεικτικές: φανερώνουν πως τα νοσοκομεία και οι φορείς υγείας βρίσκονται στην πρώτη γραμμή ενός τοπίου κυβερνοαπειλών που επιδεινώνεται γρήγορα.
Ο δρ Βότης αναφέρει ότι οι επιθέσεις που στρέφονται συνήθως κατά των νοσοκομείων περιλαμβάνουν ransomware, παραβιάσεις ή διαρροές δεδομένων, phishing, αλλά και εκμετάλλευση κενών ασφαλείας σε τρίτους ή προμηθευτές.
«Το ransomware παραμένει η πιο διαδεδομένη και καταστροφική απειλή για τις υγειονομικές δομές: μόνο το 2025, 293 ransomware επιθέσεις καταγράφηκαν σε νοσοκομεία και κλινικές παγκοσμίως μέσα σε εννέα μήνες, με εκατομμύρια ιατρικά αρχεία να εκτίθενται ή να κρυπτογραφούνται. Οι κυβερνοεγκληματίες απαιτούν λύτρα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις έχουν κλαπεί ευαίσθητες πληροφορίες – μια πρακτική γνωστή ως «διπλή εκβίαση». Αυτό οδηγεί σε διαρροές δεδομένων και σοβαρές παραβιάσεις», σημειώνει.
Συχνές είναι και οι μη εξουσιοδοτημένες προσβάσεις σε ιατρικά και προσωπικά δεδομένα. Στο στόχαστρο έχουν βρεθεί ακόμη και υποδομές πολύ μεγάλης κλίμακας: εκτιμάται ότι ένα εκτεταμένο hack σε τεχνολογική μονάδα της UnitedHealth επηρέασε περίπου 192,7 εκατομμύρια άτομα.
Η κοινωνική μηχανική αποτελεί επίσης συχνή τακτική: οι επιθέσεις της αξιοποιούν τον ανθρώπινο παράγοντα, έναν από τους πιο «αδύναμους κρίκους» και συνηθισμένες πύλες εισόδου για την κλοπή δεδομένων και το ransomware. Σε αρκετές περιπτώσεις, αρκεί μια παράλειψη ή ένας ανεπαρκής έλεγχος από τους κατασκευαστές λογισμικού και ιατρικών συσκευών για να εκμεταλλευτούν οι επιτιθέμενοι τις ευπάθειες των συστημάτων, με τις πρώτες ενέργειές τους να μένουν αρχικά απαρατήρητες.
Σε τι βαθμό είναι έτοιμα τα ελληνικά νοσοκομεία για κυβερνοεπιθέσεις;
Ο δρ Βότης περιγράφει τα ελληνικά νοσοκομεία ως φορείς που βρίσκονται σε φάση μετάβασης στον τομέα της κυβερνοασφάλειας. Παρότι έχουν γίνει βήματα προόδου και έχει ενισχυθεί η επίγνωση των κινδύνων, σε πολλές περιπτώσεις η ετοιμότητα δεν επαρκεί. «Eνώ γίνονται προσπάθειες για τη συγκρότηση πολιτικών ασφαλείας, την ευρύτερη προστασία σε επίπεδο δικτύων και υπολογιστών και τη συστηματική λήψη αντιγράφων ασφαλείας, πολλά στελέχη πληροφορικής καλούνται να αντιμετωπίσουν παρωχημένα πληροφοριακά και λειτουργικά συστήματα, ελλιπή παρακολούθηση και υποχρηματοδότηση για επένδυση στην κυβερνοασφάλεια», αναφέρει.
Ο ίδιος επισημαίνει πως ακόμη ένας ανασταλτικός παράγοντας είναι ο προσανατολισμός της συντριπτικής πλειονότητας των νοσοκομείων στην πρόληψη, αντί στην απόκριση όταν εκδηλωθεί ένα περιστατικό. Όπως εξηγεί, απουσιάζουν ολοκληρωμένα σχέδια διαχείρισης συμβάντων, δεν γίνονται ασκήσεις για κυβερνοπεριστατικά και δεν έχουν ελεγχθεί στην πράξη πλάνα επιχειρησιακής συνέχειας (Back Up/ Disaster Recovery). Αντίστοιχα, η κατάρτιση του προσωπικού παραμένει περιορισμένη: η ενημέρωση για τον εντοπισμό κακόβουλων μηνυμάτων γίνεται περιστασιακά ή δεν πραγματοποιείται, ενώ το ιατρικό και διοικητικό προσωπικό δεν γνωρίζει πάντοτε επαρκώς τους κυβερνοκινδύνους. Παράλληλα, εξακολουθεί να υπάρχει η ξεπερασμένη αντίληψη πως η κυβερνοασφάλεια είναι «τεχνικό θέμα του τμήματος Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΙΤ)» και όχι ευθύνη ολόκληρου του οργανισμού.
Γιατί οι χάκερ στοχεύουν τα νοσοκομεία
Σύμφωνα με τον δρα Βότη, οι κυβερνοεπιθέσεις εναντίον των νοσοκομείων υποκινούνται κυρίως από οικονομικά συμφέροντα, αν και ενίοτε υπάρχουν και στρατηγικά, πολιτικά ή ακόμη και «επιδεικτικά» κίνητρα. Τα ιατρικά αρχεία, από τη μία, είναι πολύ πιο πολύτιμα από τα απλά οικονομικά δεδομένα: ένα ολοκληρωμένο ιατρικό προφίλ μπορεί να περιέχει προσωπικές πληροφορίες, ιστορικό παθήσεων, φαρμακευτικές αγωγές και ασφαλιστικά στοιχεία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στη μαύρη αγορά η αξία τους είναι πολλαπλάσια εκείνης των στοιχείων πιστωτικών καρτών. Για τους επιδεικτικούς λόγους, από την άλλη, η δημοσιότητα και η φήμη μετρούν ιδιαίτερα στον ψηφιακό υπόκοσμο. «Το χτύπημα σε ένα μεγάλο νοσοκομείο ή εθνικό σύστημα υγείας δημιουργεί υψηλό συμβολικό αντίκτυπο, τον οποίο ο χάκερ πιστώνεται, κι αυτό λειτουργεί ως μέσο για περισσότερα κέρδη, καθώς θέλουν να αποδείξουν την αποτελεσματικότητά τους σε διάφορα fora και διαδικτυακές μαύρες αγορές, με απώτερο στόχο την προσέλκυση συνεργατών» αναφέρει ο δρ Βότης. Μιλά επίσης για το έργο «CyberCare», το οποίο υλοποιήθηκε από τον Οκτώβριο του 2021 έως τον Νοέμβριο του 2023 στο νοσοκομείο «Παπαγεωργίου». Επρόκειτο για ένα καινοτόμο ερευνητικό πρόγραμμα που επιδίωκε να προστατεύσει τα δίκτυα και τις συσκευές υγειονομικής περίθαλψης, με ιδιαίτερη έμφαση στις συνδεδεμένες ιατρικές συσκευές (connected medical devices) και στα νοσοκομειακά δίκτυα, έναντι κυβερνοεπιθέσεων.
«Σε γενικές γραμμές, η εφαρμογή του προγράμματος κατόρθωσε να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των συσκευών και των συστημάτων υγείας, να εισάγει νέες τεχνολογίες και πρωτόκολλα ασφαλείας, και να υποστηρίξει τους παραγωγούς ιατρικών συσκευών ώστε να ενσωματώνουν την ασφάλεια από το στάδιο του σχεδιασμού. Μια από τις εφαρμογές του project αφορούσε πιλοτικό πρόγραμμα τηλεϊατρικής φροντίδας εγκύων στις απομακρυσμένες περιοχές της Ελλάδας μέσω διασυνδεδεμένων ιατρικών συσκευών, όπου τα δεδομένα μεταφέρονταν στους επιβλέποντες γιατρούς και η κυβερνοασφάλεια ήταν κρίσιμη για τη σωστή λειτουργία και προστασία των ευαίσθητων πληροφοριών», περιγράφει, χαρακτηρίζοντας εξαιρετικά σημαντική τη συνεισφορά του νοσοκομείου Παπαγεωργίου.
Η NIS2, το EHDS και το Ταμείο Ανάκαμψης ενισχύουν την κυβερνοασφάλεια των νοσοκομείων
Οι ψηφιακές πλατφόρμες, είτε λειτουργούν σε εθνικό είτε σε διακρατικό επίπεδο, αποτελούν τη χαρά του χάκερ. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα καθώς ο ψηφιακός μετασχηματισμός αυξάνει διαρκώς τον όγκο των δεδομένων, τα οποία είναι πλέον και ποιοτικότερα —ακριβέστερα, καθαρότερα και πληρέστερα— και μπορούν να αξιοποιηθούν μαζί με εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης «είτε για το καλό είτε για το κακό». Την εκτίμηση αυτή διατυπώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δρ Παντελής Αγγελίδης, καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Η/Υ του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και ιδρυτής της VIDAVO. Η εταιρεία ολοκλήρωσε τον περασμένο Δεκέμβριο το έργο «Πρότυπη διάγνωση ετοιμότητας έναντι απειλών κυβερνοασφάλειας δημόσιου νοσοκομείου». Στόχος του ήταν να αναπτυχθεί ειδικά για τις ανάγκες των ελληνικών δημόσιων νοσοκομείων μια εξειδικευμένη μέθοδος αξιολόγησης κινδύνων κυβερνοασφάλειας. Η πιλοτική εφαρμογή της έγινε στο Γενικό Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Αθηνών «Άγιος Σάββας», ενώ τα ευρήματα θα συμβάλουν στη σύνταξη Οδηγού Εφαρμογής για όλα τα δημόσια νοσοκομεία της χώρας.
Όπως τονίζει ο δρ Αγγελίδης, η κοινοτική οδηγία NIS2 έχει οδηγήσει και στην Ελλάδα σε ευρύτερη, σαφώς πιο έντονη και στοχευμένη εγρήγορση για την κυβερνοασφάλεια, σε αντίθεση με την παλαιότερη περίοδο, όταν υπήρχε μόνο γενική ανησυχία. Ο ίδιος εξηγεί ότι στον τομέα της υγείας η κυβερνοασφάλεια καλείται να ανταποκριθεί σε ένα περιβάλλον μεγαλύτερης πολυπλοκότητας και αυξημένων απαιτήσεων. Αυτό συμβαίνει επειδή τα δεδομένα έχουν από τη φύση τους ευαίσθητο χαρακτήρα και εξυπηρετούν πολλαπλές ανάγκες: πέρα από τη διάγνωση και την περίθαλψη του ασθενούς, αξιοποιούνται δευτερογενώς στην έρευνα, στη διοίκηση και στη χρηματοδότηση. Παράλληλα, επισημαίνει δύο εξελίξεις. Η πρώτη αφορά τα προγράμματα ψηφιακού μετασχηματισμού της υγείας μέσω του RRF (Ταμείου Ανάκαμψης και Ανασυγκρότησης). Η εμβέλειά τους φτάνει και στα νοσοκομεία, εκτός από συστήματα όπως η Άυλη Συνταγογράφηση, ο Εθνικός Ηλεκτρονικός Φάκελος Υγείας και η τηλεϊατρική. Η δεύτερη εξέλιξη είναι η έκδοση του ευρωπαϊκού κανονισμού EHDS (European Health Data Space), ο οποίος αφορά τον Ευρωπαϊκό Χώρο Δεδομένων της Υγείας. Οι εθνικές νομοθεσίες χρειάζεται να προσαρμοστούν σε αυτόν μέσα στα επόμενα χρόνια, ενώ η διαχείριση δεδομένων καθιστά σημαντικό τον ρόλο της κυβερνοασφάλειας. Όπως διευκρινίζει ο δρ Αγγελίδης, τόσο η αρμοδιότητα όσο και η δικαιοδοσία παραμένουν στα κράτη-μέλη όσον αφορά την υλοποίηση των απαιτήσεων του κανονισμού στο εσωτερικό τους. Διαμορφώνεται, συνεπώς, ένα πλαίσιο όπου η ανησυχία αποτελεί πλέον και θεσμική υποχρέωση. Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι η εφαρμογή του EHDS σε ολόκληρη την ΕΕ πρέπει να έχει γίνει έως το 2027, ενώ για τους οργανισμούς που δεν θα έχουν συμμορφωθεί προβλέπονται ποινές.
*Ransomware: Πρόκειται για κακόβουλο λογισμικό που χρησιμοποιείται σε εκβιασμούς και είναι γνωστό και ως «λυτρισμικό». Μπορεί να «κλειδώσει» την οθόνη ή να κρυπτογραφήσει τα αρχεία που βρίσκονται στον υπολογιστή. Στη συνέχεια, οι δράστες ζητούν λύτρα από το θύμα για να αποκαταστήσουν την πρόσβασή του στα δεδομένα.
**Κοινωνική μηχανική ονομάζεται η μέθοδος με την οποία ένας χάκερ χειραγωγεί ανθρώπους, αξιοποιώντας την εμπιστοσύνη, τον φόβο, την περιέργεια ή την ανάγκη τους για βοήθεια, ώστε να αποσπάσει ευαίσθητα στοιχεία ή να αποκτήσει πρόσβαση χωρίς εξουσιοδότηση
***Κατά την επίθεση phishing, ο δράστης προσποιείται ότι εκπροσωπεί μια αξιόπιστη οντότητα, όπως μια τράπεζα ή έναν οργανισμό, και ζητά από το θύμα να κοινοποιήσει ευαίσθητα δεδομένα, για παράδειγμα username, password ή pin.©
ΑΠΕ-ΜΠΕ
Συνοπτική εικόνα
- Τα ελληνικά νοσοκομεία αντιμετωπίζουν αυξανόμενες ψηφιακές απειλές και οι κυβερνοεπιθέσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά, κυρίως εξαιτίας παλαιών συστημάτων και ανεπαρκούς εκπαίδευσης του προσωπικού.
- Ransomware και παραβιάσεις δεδομένων συγκαταλέγονται στις συχνότερες μορφές επιθέσεων, οι οποίες έχουν κατά βάση οικονομικό κίνητρο.
- Παρότι έχει ενισχυθεί η ευαισθητοποίηση και έχει προχωρήσει η ανάπτυξη πολιτικών ασφάλειας, η ετοιμότητα στα ελληνικά νοσοκομεία εξακολουθεί να μην επαρκεί. Τα σχέδια διαχείρισης περιστατικών είναι περιορισμένα και το προσωπικό δεν έχει εκπαιδευτεί επαρκώς.
- Οι κυβερνοεπιθέσεις που δέχονται ελληνικοί οργανισμοί ανέρχονται σε 1.600-1.700 κάθε εβδομάδα, γεγονός που καθιστά την εικόνα ανησυχητική.
- Πρωτοβουλίες και νέοι κανόνες, ανάμεσά τους ο EHDS, αποσκοπούν στην ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας στην ελληνική υγεία και αναδεικνύουν πόσο σημαντική είναι η προστασία των ευαίσθητων δεδομένων.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/news/poso-thorakismena-einai-ta-ellinika-nosokomeia-apenanti-stin-psifiaki-apeili/16947




