Νέα μελέτη δείχνει ότι το αυξημένο κοιλιακό λίπος σε παιδιά ηλικίας μόλις 10 ετών μπορεί να προδικάζει μελλοντικούς καρδιομεταβολικούς κινδύνους.
Η αναλογία μέσης προς ύψος αναδεικνύεται από τους ειδικούς ως σημαντικός δείκτης υγείας. Σε παιδιά με περισσότερο λίπος στην κοιλιά καταγράφηκαν υψηλότερη αρτηριακή πίεση και αυξημένοι δείκτες φλεγμονής, αλλά και πρώιμες ενδείξεις αντίστασης στην ινσουλίνη.
Τα ευρήματα αναδεικνύουν πόσο σημαντική είναι η έγκαιρη ανίχνευση και η πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων, με την παρακολούθηση της κεντρικής παχυσαρκίας στην παιδική ηλικία.
Πρώιμες ενδείξεις μελλοντικών καρδιαγγειακών προβλημάτων μπορεί να υπάρχουν ακόμη και σε μικρά παιδιά, επισημαίνουν οι ειδικοί. Σύμφωνα με νέα μελέτη, το αυξημένο κοιλιακό λίπος σε μια συγκεκριμένη παιδική ηλικία συνδέεται άμεσα με υψηλότερο καρδιομεταβολικό κίνδυνο. Οι ερευνητές προειδοποιούν για την ανάγκη άμεσης δράσης και πρόληψης.
Σε ποια ηλικία το κοιλιακό λίπος των παιδιών συνδέεται με καρδιαγγειακό κίνδυνο
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι παιδιά μόλις 10 ετών μπορεί να παρουσιάζουν ένα σημαντικό σημάδι καρδιακής νόσου. Νέα έρευνα διαπίστωσε πως το λίπος στην κοιλιά των παιδιών σε αυτή την ηλικία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο.
Η μελέτη παρουσιάστηκε στο φετινό Ευρωπαϊκό Συνέδριο για την Παχυσαρκία (ECO) στην Ισπανία. Τα αποτελέσματά της έδειξαν ότι οι δυσμενείς αναλογίες μέσης προς ύψος, δηλαδή ένας δείκτης κεντρικής παχυσαρκίας, στην παιδική ηλικία ενδέχεται να αυξάνουν τον καρδιομεταβολικό και καρδιαγγειακό κίνδυνο στα 10 έτη.
Στην έρευνα, τα παιδιά των οποίων η περίμετρος της κοιλιάς αυξανόταν σταδιακά σε σχέση με το ύψος τους εμφάνισαν:
- υψηλότερη αρτηριακή πίεση,
- αυξημένους δείκτες φλεγμονής και
- πρώιμες ενδείξεις αντίστασης στην ινσουλίνη, η οποία προηγείται του διαβήτη τύπου 2.
Πώς μελετήθηκαν το κοιλιακό λίπος στα παιδιά και ο καρδιαγγειακός κίνδυνος
Στη μελέτη διάρκειας δέκα ετών, οι ερευνητές παρακολούθησαν 700 παιδιά σε 14 προγραμματισμένες κλινικές επισκέψεις, από τη γέννησή τους έως τα 10 χρόνια. Για τις μετρήσεις χρησιμοποίησαν την αναλογία μέσης προς ύψος, που προκύπτει αν διαιρεθεί η περίμετρος της μέσης με το ύψος.
Για να εκτιμηθεί ο καρδιομεταβολικός τους κίνδυνος, χρησιμοποιήθηκαν σύνθετες βαθμολογίες προσαρμοσμένες στην ηλικία και το φύλο, οι οποίες περιλάμβαναν:
- λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας, γνωστή ως «καλή χοληστερόλη»,
- τριγλυκερίδια (λιπίδια αίματος),
- γλυκόζη,
- αρτηριακή πίεση προσαρμοσμένη στο ύψος και
- αντίσταση στην ινσουλίνη.
Από τη γέννηση έως τα 10 έτη, η μελέτη κατέγραψε τρία διαφορετικά μοτίβα εξέλιξης στην αναλογία μέσης προς ύψος. Σε αυτά περιλαμβάνονταν:
- μια σταθερή «ομάδα αναφοράς», στην οποία ανήκαν τα δύο τρίτα των παιδιών,
- μια ομάδα περίπου ενός στα έξι παιδιά, με αναλογία που αρχικά αυξανόταν και έπειτα σταθεροποιούνταν,
- και μια ομάδα, επίσης περίπου ενός στα έξι παιδιά, όπου η αναλογία αυξανόταν με αργό ρυθμό.
Τα ευρήματα της μελέτης προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία
Μετά την προσαρμογή για διάφορους παράγοντες, τα παιδιά της τρίτης ομάδας παρουσίασαν κατά 0,79 υψηλότερη βαθμολογία καρδιομεταβολικού κινδύνου και κατά 0,53 υψηλότερη βαθμολογία καρδιαγγειακού κινδύνου σε σύγκριση με την ομάδα αναφοράς. Τα στοιχεία δείχνουν σημαντική επιβάρυνση της καρδιομεταβολικής υγείας έως ότου τα παιδιά φτάσουν τα 10 χρόνια.
Στην ομάδα «αργής αύξησης» καταγράφηκαν επίσης:
- αυξημένη συστολική αρτηριακή πίεση,
- υψηλότερα επίπεδα C-πεπτιδίου,
- αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη και υψηλότερα επίπεδα
- ακετυλίων γλυκοπρωτεΐνης (GlycA), καθώς και
- υψηλής ευαισθησίας C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (hs-CRP),
οι οποίοι αποτελούν δείκτες χρόνιας φλεγμονής και πιθανούς πρόδρομους καρδιαγγειακών παθήσεων. Επιπλέον, στα παιδιά αυτά βρέθηκαν χαμηλότερα επίπεδα HDL χοληστερόλης —της «καλής» χοληστερόλης—, εύρημα που σηματοδοτεί πρώιμες ενδείξεις μελλοντικών καρδιακών και μεταβολικών παθήσεων.
Σε αντίθεση με την παραπάνω ομάδα, η ομάδα «αύξησης και επακόλουθης σταθεροποίησης» είχε σημαντικά χαμηλότερη αιμοσφαιρίνη A1c (HbA1c), ένδειξη καλύτερης ρύθμισης του σακχάρου στο αίμα. Παράλληλα, εμφάνισε οριακά αυξημένη απολιποπρωτεΐνη Β (ApoB), η οποία αποτελεί ξεχωριστό παράγοντα κινδύνου καρδιαγγειακών παθήσεων.
Το κοιλιακό λίπος στα 10 έτη συνδέεται με καρδιακά και μεταβολικά προβλήματα
Εξετάζοντας την ποσότητα κοιλιακού λίπους που είχαν τα παιδιά στην ηλικία των 10 ετών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι αυτή εξηγούσε το μεγαλύτερο μέρος των διαφορών στον κίνδυνο για την υγεία ανάμεσα στις ομάδες. «Αυτό σημαίνει ότι το τρέχον επίπεδο κοιλιακού λίπους των παιδιών -όχι μόνο το πώς αναπτύχθηκε το λίπος τους με την πάροδο του χρόνου- ήταν ο ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας για την καρδιακή και μεταβολική τους υγεία», ανέφερε ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Δρ. David Horner, από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης στη Δανία, και πρόσθεσε:
«Μόλις συμπεριλήφθηκε αυτός ο παράγοντας στην ανάλυση, το προηγούμενο μοτίβο σταδιακής αύξησης λίπους (ομάδα “αργής αύξησης”) δεν συνδεόταν πλέον με υψηλότερο κίνδυνο από μόνο του. Αυτό υποδηλώνει ότι το πού καταλήγει ένα παιδί, πόσο κοιλιακό λίπος έχει στην ηλικία των 10 ετών, έχει μεγαλύτερη σημασία από το πώς έφτασε εκεί. Με άλλα λόγια, η ποσότητα του κεντρικού λίπους σε αυτήν την ηλικία, όχι απαραίτητα το μοτίβο αύξησης του βάρους με την πάροδο του χρόνου, είναι αυτή που παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο στον προσδιορισμό του τρέχοντος κινδύνου για καρδιακά και μεταβολικά προβλήματα».
«Τα ευρήματά μας υπογραμμίζουν ότι η αυξημένη αναλογία μέσης-ύψους στην ηλικία των 10 ετών αποτελεί βασικό κλινικό δείκτη καρδιομεταβολικού κινδύνου στα παιδιά. Αυτό ενισχύει τη σημασία της παρακολούθησης της κεντρικής παχυσαρκίας στην καθημερινή φροντίδα, όχι μόνο στην παρακολούθηση του βάρους, αλλά και στις μετρήσεις της κεντρικής παχυσαρκίας ως μέρος των τυπικών αξιολογήσεων», κατέληξε ο Δρ. Horner.
Καθώς η κλινική προσέγγιση στρέφεται πλέον και στον εντοπισμό παιδιών με πρώιμες ενδείξεις μεταβολικού κινδύνου, αντί να εστιάζει μόνο στο βάρος, η αναλογία μέσης-ύψους αποτελεί ένα απλό και αποτελεσματικό εργαλείο για την ανίχνευση της κεντρικής παχυσαρκίας που σχετίζεται με καρδιομεταβολικό κίνδυνο. Ο εντοπισμός παιδιών με αυξημένες αναλογίες μπορεί να επιτρέψει στους κλινικούς γιατρούς να εστιάσουν σε όσα διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο μεταβολικής δυσλειτουργίας, διευκολύνοντας πιο εξατομικευμένες παρεμβάσεις και την έγκαιρη πρόληψη μακροπρόθεσμων επιπλοκών.
Το κοιλιακό λίπος αποτελεί κίνδυνο σε όλες τις ηλικίες
Στους ενήλικες, το κοιλιακό λίπος έχει ήδη συσχετιστεί με ποικίλα προβλήματα υγείας. Συγκεκριμένα, τα υψηλά επίπεδα σπλαχνικού λίπους, που βρίσκεται αποθηκευμένο βαθιά στην κοιλιά, σχετίζονται με:
- καρδιακές παθήσεις,
- διαβήτη,
- άνοια,
- ακόμη και καρκίνο.
Για να ελέγξετε αν ως ενήλικας έχετε υπερβολικά υψηλά επίπεδα σπλαχνικού λίπους, οι ειδικοί της Κλινικής του Κλίβελαντ προτείνουν να κάνετε μια απλή μέτρηση με μεζούρα. Τοποθετήστε τη γύρω από τη μέση σας, ακριβώς πάνω από τα οστά των ισχίων.
Κατά τους ειδικούς, στις γυναίκες περίμετρος μέσης 89 εκατοστών ή μεγαλύτερη σημαίνει ότι υπάρχει κίνδυνος για προβλήματα υγείας που σχετίζονται με το σπλαχνικό λίπος. Στους άνδρες, το αντίστοιχο όριο φτάνει τα 102 εκατοστά ή περισσότερο.
Συνοπτικά
- Το αυξημένο κοιλιακό λίπος σε παιδιά 10 ετών μπορεί να προμηνύει μελλοντικό καρδιομεταβολικό κίνδυνο.
- Η αναλογία μέσης προς ύψος αποτελεί σημαντικό δείκτη υγείας και συνδέεται με αυξημένες τιμές αρτηριακής πίεσης και φλεγμονής.
- Η μελέτη παρακολούθησε 700 παιδιά από τη γέννησή τους έως την ηλικία των 10 ετών και εντόπισε τρία πρότυπα ανάπτυξης κοιλιακού λίπους.
- Στα παιδιά με αυξημένο κοιλιακό λίπος καταγράφηκαν πρώιμες ενδείξεις αντίστασης στην ινσουλίνη και άλλοι δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου.
- Η παρακολούθηση της κεντρικής παχυσαρκίας στην παιδική ηλικία είναι καθοριστική για την πρόληψη μελλοντικών επιπλοκών στην υγεία.
Το άρθρο στο ygeiax.gr: https://www.ygeiax.gr/paidi-goneis/lipos-stin-koilia-ton-paidion-i-krisimi-ilikia-poy-prodidei-mellontikoys-kardiakoys-kindynoys/7341



